Skip navigation

Category Archives: Θέατρο

[…] εμείς του δίνουμε νόημα του τίποτα για να μην ψοφήσουμε από μαρασμό… Θυμάστε, οι ανθρώπινες ιστορίες, λέγατε, δεν είναι παρά η αναγνώριση ερειπίων, ολίγων μεγαλόστομο οφείλω να ομολογήσω αλλά… […] Ζω θα πει πλανώμαι στο διηνεκές… […] Το «σινικό τείχος» του έρωτα και η εποποιία του διαπερνάται κάποτε από το χρόνο του «αυτοεκθρονισμένου και τη γαλέτα της ταπεινοσύνης». Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου καθένας από τους δύο ερωτευμένους θεωρεί τον σύντροφό του κάτι σαν μια μικρή θεότητα και τον εαυτό του πολύ ανάξιο για τέτοια εύνοια. Κατόπιν ακολουθεί ο χρόνος της «αποκατάστασης» του εκθρονισμένου, όπου ο πεπτωκώς βασιλιάς «εξαπατημένος» από τον σύντροφο-μικρή θεότητα, μόλις που προλαβαίνει να περισώσει το εγώ του από την αόμματη φενάκη και την τυραννία του άλλου… Μετά γνωρίζετε καλά το τοπίο, μικρές συντέλειες, μανίες, μακρά περίοδος πένθους, άπειρες διαθλάσεις… […] ο φόβος από τους ανθρώπους, ο φόβος για τους ανθρώπους, ο φόβος από τη μοναξιά, ο φόβος για τη μοναξιά, άμεσα ή έμμεσα οδηγούν στην ίδια ακτή, την ακτή του ανθρώπου… […] Αν και κάθε άνθρωπος έχει έναν εντελώς μοναδικό τρόπο να κλαίει ή να γελά, σκεφτόμουν ότι τα δάκρυα πάντως αποτελούν για όλους τον επικήδειο μιας πλάνης κι ωστόσο, μετά απ’ αυτή την ιδιόμορφη εκδήλωση θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι τα πρόσωπα των κλαμένων φαίνονταν σαν να είχαν ξανακερδίσει ένα κομμάτι άνυδρης αλλά κοινής γης… […] δεν είμαστε ποτέ αρκετά απελπισμένοι ταυτόχρονα απελπισμένοι γιατί εάν είμαστε ολοκληρωτικά αμετάκλητα απελπισμένοι θα εξαναγκαζόμαστε να γίνουμε ριζικοί ακαριαίοι στην εύρεση νέας γλώσσας νέου κώδικα νέου τρόπου… […].

Ματίνα Μόσχοβη, «Όλες τις Κυριακές με βροχή» (σκηνικό ποίημα για μία ηθοποιό, Νοέμβριος 1994) –εκδόσεις ΑΓΡΑ 1996

Advertisements