Skip navigation

Image

Μες την υπόγεια την ταβέρνα,

μες σε καπνούς και σε βρισιές

(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)

όλ’ η παρέα πίναμ’ εψές

εψές, σαν όλα τα βραδάκια,

να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ο ένας πλάι στον άλλο

και κάπου εφτυούσε καταγής.

Ω! πόσο βάσανο μεγάλο

το βάσανο είναι της ζωής!

Όσο κι ο νους να τυραννιέται,

άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα

και βάθος τ’ άσωτ’ ουρανού!

Ω! της αυγής κροκάτη γάζα,

γαρούφαλα του δειλινού,

λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,

χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα

παράλυτος, ίδιο στοιχιό

τ’ άλλου κοντόημερ’ η γυναίκα

στο σπίτι λιώνει από χτικιό,

στο Παλαμήδι ο γιός του Μάζη

κ’ η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

– Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!

– Φταίει ο Θεός που μας μισεί!

– Φταίει το κεφάλι το κακό μας!

– Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!

Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Κανένα στόμα

δεν το βρε και δεν το ‘πε ακόμα.

Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα

πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.

Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα

όπου μας εύρει μας πατεί.

Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,

προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

Κώστας Βάρναλης (1884-1974), «Οι μοιραίοι». Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε το 1923 στο περιοδικό της Ο.Κ.Ν.Ε. (Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας) «Νεολαία», όταν ο Βάρναλης υπέγραφε με το ψευδώνυμο «Δήμος Τανάλιας».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: