Skip navigation

Δεν μπορεί κάπου εδράζεται η σιγουριά των τεράτων. Δεν γίνεται να ψεύδονται ατιμωρητί ασυστόλως και δημοσίως. Δεν γίνεται να διαστρέφουν και να στρεψοδικούν σα να μην υπήρξε ποτέ το χθες, σα να είναι άθυρμα σήμερα και άθλιο υποπόδιο το αύριο. Δεν μπορεί˙ κάπου θα εδράζεται η σιγουριά των τεράτων. Δεν γίνεται να επιχειρηματολογούν για την καταστροφή ως εάν ήτο η εξ ύψους βοήθεια και να μην τους αρπάζουν από τα μούτρα. Δεν γίνεται να ομιλούν ως αριθμολεκτικά ανδρείκελα και να αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι που προσπαθούν εν συνειδήσει για τη ζωή τους και τη ζωή μας (υπό την έννοια ότι ο κάθε πολίτης και πολύ περισσότερο ο προβιβασμένος πολίτης προσπαθεί εν ταυτώ για τη ζωή του και για τη ζωή όλων των άλλων), έστω με λάθη, έστω ατελώς, αλλ’ όμως προσπαθούν.

Δεν γίνεται να αντιμετωπίζουμε τα τέρατα αυτά ως εκδοχές επιχειρήματος. Κάτι βαθύ, κάτι πολύ βαθιά τραυματικό υπάρχει εδώ. Και σ’ αυτό ακριβώς το βαθιά τραυματικό εδράζεται η σιγουριά των τεράτων, εδώ ακριβώς σ’ αυτή τη σκοτεινή χοάνη μετατρέπεται το ψεύδος σε επιχείρημα. Μετατρέπεται σε τρόμο η ανάγκη της επιβίωσης και σε εχθρότητα˙ κυρίως εναντίον του ίδιου σου του εαυτού που είναι τόσο γεμάτος από ενοχές, ώστε να νομίζεις ότι είναι εναντίον των άλλων. Ο εαυτός σου. Εσύ. Ο ίδιος που αφήνεσαι στην τερατώδη προστασία τους. Σ’ αυτή την αισχρή πειθώ που είναι χειρότερη από την επιβολή, χειρότερη από τον εξαναγκασμό, γιατί παρουσιάζεται ως απόλυτη αλήθεια, ελλείψει αντιλόγου.

Κι όμως ο αντίλογος υπάρχει. Αλλά δεν φτάνει πουθενά. Τα τέρατα ξέρουν ότι το γήπεδο είναι δικό τους. Και το παιχνίδι δικό τους. Δεν γίνεται, πρέπει να κερδίσουν, όλοι είναι ετοιμασμένοι για να κερδίσουν, ο διαιτητής, η ομάδα, ο αιματοβαμμένος χλοοτάπητας των δεξιοτήτων, οι τακτικές, η στρατηγική, η προσπάθεια λάθους και προπαντός η πεπεισμένη κερκίδα, όλα είναι εδώ και πολύ περισσότερα όσα δεν είναι εδώ, τα συμπεράσματα πάει να πει. Και τα τέρατα κερδίζουν. Από την ώρα που θα ξυπνήσεις, μέχρι την ώρα που θα κοιμηθείς. Ακόμη και την ώρα που κοιμάσαι -προπαντός τότε- τα τέρατα κερδίζουν. Γιατί έχουν την πειθώ του εφιάλτη […] Η χώρα πρέπει να σωθεί. Και θα σωθεί. Μόνο που αύριο θα είναι μια άλλη χώρα. Για μας. Για τον Παπαδήμο και τους λοιπούς θα είναι μια ίδια χώρα, όπως όλες οι ίδιες χώρες των αγοραίων συνόρων και των εκατομβικών ανθρώπων που θα θάβονται μέσα στο ίδιο τους το πρόσωπο και θα θάβουν το θαμμένο τους πρόσωπο μέσα στα θαμμένα πρόσωπα όλων των άλλων.

Αλλά θα είναι μια Δημοκρατία όπου καθένας θα αναλαμβάνει το μερίδιό του στην ισοταξία του θανάτου. Αυτή η κόλαση λέγεται μέλλον. Χωρίς λέξεις. Χωρίς νοήματα. Μονάχα με αριθμούς. Χωρίς λέξεις αριθμών. Χωρίς νοήματα αριθμών, χωρίς φαντασία, χωρίς απελπισία, χωρίς τίποτα. Μονάχα πεθαμένους με αριθμούς, μονάχα με πεθαμένους ανθρώπους, δηλαδή με πεθαμένους θανάτους.

Εδώ είμαστε. Στους πεθαμένους θανάτους. Σ’ αυτούς εδράζεται η σιγουριά των τεράτων. Η σιγουριά ότι μπορούν ανεμπόδιστα να θανατώνουν μια ασυμπέραστη βροχή κάποτε, που θα μπορούσε να γίνει οργή ή ένα φιλί που θα μπορούσε να κρατήσει τη σκανδάλη ενός ποιήματος της Έμιλυ Ντίκινσον. Εκείνου του ποιήματος που καταλήγει έτσι: «Σε μια στιγμή κανείς δεν καταστρέφεται / Αργά γλυστράς στη συντριβή».

Αν κάποτε μπορούσαμε να συνειδητοποιήσουμε το τι θα πει ο λόγος των τεράτων εναντίον του λόγου μιας Ντίκινσον, ίσως θα μπορούσαμε να διώξουμε από πάνω μας τα τέρατα. Ποτέ δεν είναι αργά!

Κώστας Καναβούρης, «Με πεθαμένους θανάτους» («Η Αυγή της Κυριακής», 19.02.2012)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: