Skip navigation

[…] Μιλούν διαρκώς για πράγματα που δεν κατανοούν καθόλου˙ την αυτοπεποίθηση που επιδεικνύουν, τη χρωστούν στην κουταμάρα τους. […] Όταν κάποιος παίρνει την πρωτοβουλία να πραγματοποιήσει και την παραμικρή αλλαγή, το μόνο που καταφέρνει είναι να ταρακουνήσει το έδαφος κάτω απ’ τα δικά του πόδια, με κίνδυνο να γκρεμιστεί ο ίδιος˙ απεναντίας, ο μεγάλος οργανισμός ξεπερνά εύκολα την ενόχληση και παραμένει αμετάβλητος, δημιουργώντας κάποιο αντιστάθμισμα σε άλλο σημείο. […] «Εσείς ο ίδιος είπατε, πριν από λίγο, ότι το δικαστήριο δεν επηρεάζεται από κανενός είδους αποδείξεις». «Ναι, αυτό ισχύει όμως για τις αποδείξεις που παρουσιάζονται στην επίσημη διαδικασία˙ τα πράγματα αλλάζουν όταν κινείται κανείς στα παρασκήνια […] Στην εισαγωγή του συγγράμματος του Νόμου αναφέρονται, σχετικά μ’ αυτό το είδος της πλάνης, τα εξής: Μπροστά στην πύλη του Νόμου στέκεται ένας φύλακας. Ενώπιόν του, παρουσιάζεται μια μέρα ένας άνθρωπος από την επαρχία και τον παρακαλεί να του επιτρέψει την είσοδο. Όμως, ο φύλακας απαντά ότι προς το παρόν δεν μπορεί να τον αφήσει να μπει. Ο άνθρωπος σκέφτεται για λίγο κι έπειτα ρωτάει αν θα μπορέσει να μπει αργότερα. «Αργότερα, ίσως», λέει ο φύλακας, «τώρα, όμως, όχι». Η πύλη του Νόμου είναι ανοιχτή, όπως πάντα. Ο φύλακας στέκεται στο πλάι. Ο άνθρωπος σκύβει για να κοιτάξει μέσα. Βλέποντάς τον, ο φύλακας γελάει και λέει: «Αν το θέλεις τόσο πολύ, προσπάθησε να μπεις παρά την απαγόρευσή μου. Σε προειδοποιώ, όμως: είμαι αρκετά ισχυρός. Και, απ’ όλους τους φύλακες, εγώ είμαι ο κατώτερος. Όσο προχωρείς στο εσωτερικό, μπροστά σε κάθε αίθουσα στέκει ένας φύλακας, ο ένας πιο ισχυρός απ’ τον άλλον. Την όψη του τρίτου φύλακα δεν μπορώ ούτε εγώ να την αντέξω». Ο χωρικός δεν είναι προετοιμασμένος για τέτοιου είδους δυσκολίες. Έχει έρθει με την πεποίθηση πως ο Νόμος πρέπει να είναι πάντα προσιτός σε όλους τους ανθρώπους. Παρατηρώντας όμως πιο προσεκτικά τον φύλακα με το γούνινο πανωφόρι, τη μεγάλη γαμψή μύτη και τη μακριά μαύρη γενειάδα, αποφασίζει πως είναι προτιμότερο να περιμένει μέχρι να τον αφήσουν να μπει. Ο φύλακας του δίνει ένα σκαμνί και τον αφήνει να περιμένει δίπλα στην πόρτα. Κάθεται εκεί μέρες, χρόνια. Δε σταματάει ν’ αγωνίζεται για την άδεια εισόδου. Κουράζει τον φύλακα με τα επίμονα παρακάλια του. Ο φύλακας πιάνει συχνά κουβέντα μαζί του, τον ρωτάει για την πατρίδα του και για πολλά άλλα, πάντα όμως με το αδιάφορο ύφος ενός σπουδαίου κυρίου, για να καταλήξει κάθε φορά στη δήλωση ότι δεν μπορεί να του επιτρέψει ακόμη την είσοδο. Ο άνθρωπος, που είχε ξεκινήσει το ταξίδι του με όλα τα απαραίτητα εφόδια, δεν τσιγκουνεύεται τίποτα, όσο πολύτιμο κι αν είναι, για να εξαγοράσει τον φύλακα. Εκείνος, τα δέχεται όλα, σχολιάζοντας όμως κάθε φορά: «Το δέχομαι μόνο για να μη νομίσεις πως παρέλειψες κάτι». Τα χρόνια περνούν και ο άνθρωπος παρατηρεί σχεδόν αδιάκοπα τον φύλακα. Λησμονεί πως υπάρχουν και άλλοι φύλακες, έχει την εντύπωση πως το μοναδικό εμπόδιο για την είσοδό του είναι αυτός, ο πρώτος φύλακας. Τα πρώτα χρόνια, καταριέται φωναχτά την κακή του μοίρα, με τον καιρό όμως, καθώς γερνάει, δεν ακούγεται παρά ένα μουρμουρητό. Ξεμωραίνεται, παρακαλάει ώς και τους ψύλλους στον γούνινο γιακά του φύλακα, που τους ξεχωρίζει μ’ ευκολία μετά από τόσα χρόνια παρατήρησης, να τον βοηθήσουν μεταπείθοντας τον φύλακα. Σιγά σιγά, χάνει το φως του, δεν ξέρει πια αν ο κόσμος γύρω αρχίζει να σκοτεινιάζει ή αν τον ξεγελούν τα μάτια του. Ωστόσο, ξεχωρίζει τώρα μέσα στο σκοτάδι μιαν ακτίνα φωτός που φεγγοβολάει ανέσπερη μέσα από την πύλη του Νόμου. Δεν του απομένει πολλή ζωή ακόμη. Λίγο πριν ξεψυχήσει, οι εμπειρίες όλων αυτών των χρόνων κατασταλάζουν μέσα στο μυαλό του σε μια ερώτηση που δεν είχε υποβάλει ποτέ στον φύλακα. Του γνέφει αδύναμα, διότι δεν μπορεί πια να κουνήσει το κορμί του. Ο φύλακας αναγκάζεται να σκύψει πολύ, μιας και η διαφορά αναστήματος έχει αλλάξει υπέρμετρα εις βάρος του χωρικού. «Τι άλλο θέλεις να μάθεις; Είσαι αχόρταγος», λέει ο φύλακας. «Όλοι οι άνθρωποι αγωνίζονται για να πλησιάσουν τον Νόμο˙ πώς γίνεται, λοιπόν, τόσα χρόνια να μη ζητήσει κανένας άλλος εκτός από εμένα να περάσει αυτήν την πόρτα;». Ο φύλακας αντιλαμβάνεται πως ο άνθρωπος βρίσκεται πια στα τελευταία του και πως η ακοή του τον εγκαταλείπει, γι’ αυτό του φωνάζει δυνατά, σκύβοντας κοντά του: «Κανείς άλλος δεν μπορούσε να περάσει τούτη την πόρτα. Ήταν προορισμένη μόνο για σένα. Τώρα, θα την κλείσω». […] Όσο ακλόνητη κι αν είναι η λογική, δεν έχει τη δύναμη ν’ αντισταθεί στη θέληση για ζωή. […].

Franz Kafka, «Η Δίκη»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: