Skip navigation

Monthly Archives: Ιουνίου 2010

Το ακόλουθο κείμενο, υπό τον τίτλο «Όνου εγκώμιον (σάτιρα), δημοσιεύθηκε στην «Κυριακάτικη Αυγή» (24 Αυγούστου 2008) και το υπογράφει ο Γιώργος Βαρθαλίτης. Το έκρινα απολαυστικό και θεωρώ πως του αξίζει μια αναδημοσίευση.

Πάντα τα ζώα προσωποποιούσαν τον ανθρώπινο χαρακτήρα. Αν ωστόσο οι ανθρώπινοι χαρακτήρες που εκφράζουν τα προσωποποιημένα είδη του ζωικού βασιλείου παραμένουν στεγανοί (π.χ. κότα-δειλός, φίδι-ύπουλος, αλεπού, γελάδα, μαϊμού, φώκια κ.λπ.), ο όνος εκφράζει από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα όλη την πολυσημία της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης.

Στον όνο αντίκρισε κατά καιρούς ο άνθρωπος τη δική του φιλοπονία, ταπεινοφροσύνη, καλοσύνη, καρτερία, αλλά και τη δική του αγένεια, αναισθησία, βλακεία. Η ιστορική ανθρωπολογία θα μπορούσε να αντλήσει πολλά διδάγματα αν μελετούσε πώς απεικονίστηκε σε διάφορες περιόδους ο όνος. Κατά βάσιν, η ανθρωπολογία είναι ανεπτυγμένη ονολογία. Οι δύο εξελικτικές βαθμίδες του πανανθρώπινου πολιτισμού (η αρχαιότητα κι η χριστιανική εποχή) αντικατοπτρίζονται εναργώς στις ονικές αναπαραστάσεις που μας κληροδότησαν. Ας γίνουμε σαφέστεροι κι αναλυτικότεροι.

Οι κυριότερες μαρτυρίες μας για την αρχαιότητα είναι ο Λουκιανός κι ο Απουλήιος. Ο Λουκιανός στο έργο του «Λούκιος ή όνος» εξιστορεί την περιπέτεια του νεαρού Λούκιου, τον οποίο μια όμορφη Θεσσαλή μάγισσα μεταμόρφωσε σε γάιδαρο. Ως γάιδαρος μάλιστα είχε μιαν έντονη ερωτική περιπέτεια με κάποιο θελκτικό γύναιο, που όταν τα μάγια λύθηκαν κι ο Λούκιος ξανάγινε άνθρωπος απογοητεύθηκε και δεν ήθελε να ξέρει τίποτε απ’ τον πρώην εραστή της. Εδώ, λοιπόν, ο όνος προβάλλεται ως υπέρτατο σύμβολο και έκφραση ερωτικής Ρώμης. Είναι ο πριαπικός όνος. Ο ιθυφαλλικός όνος. Απηχήσεις μάλιστα αυτής της παγανιστικής ονολατρίας ανιχνεύονται ακόμη και στο «Όνειρο Θερινής Νυχτός» του Σαίκσπηρ, και πιο συγκεκριμένα στη σκηνή όπου η μαγεμένη Τιτάνια ερωτεύεται τον γαϊδουρόμορφο Μπόττομ. Ποιος ξέρει από τι σκοτεινούς διαύλους κατάφερε να επιβιώσει μέσα στον σκοτεινό μεσαίωνα τέτοιο πανάρχαιο σύμβολο γενετήσιας ευφροσύνης, για να αναγεννηθεί πολλούς αιώνες μετά, σαν μια πηγή που εξαφανίζεται στο έδαφος και προβάλλει ξανά, δροσερή και αστείρευτη, πολύ μακριά.

Ο Απουλήιος λίγο αργότερα, στον «Χρυσό γάιδαρο» (ένα από τα κορυφαία έργα της λατινικής γραμματείας, όπου περιλαμβάνεται κι ο περίφημος μύθος του έρωτα και της ψυχής) αφηγείται κι αυτός τις περιπέτειες του Λούκιου, από την μεταμόρφωσή του μέχρι την ανάκτηση της ανθρώπινης μορφής του (που έγινε πάλι στην Κορινθία και πιο συγκεκριμένα στο λιμάνι του Λεχαίου κατά τη διάρκεια μιας ισιακής τελετής), αλλά προσδίδει σ’ αυτή την ευτράπελη ιστορία διαστάσεις μεταφυσικής αλληγορίας: ο άνθρωπος για κάποιο σφάλμα του εξέπεσε απ’ την ιεραρχία των όντων και λησμόνησε την θεϊκή καταγωγή του. Όμως με την αρωγή της φιλοσοφίας και των μυστικών τελετών αποβάλλει την κτηνώδη φύση του και ανακτά την αληθινή του υπόσταση. Αίρεται στο επίπεδο του θεϊκού. Το ενδιαφέρον του αρχαίου στοχαστή για το συμπαθές τετράποδο δεν στάθηκε, στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, εξαίρεση. Πάντοτε ο όνος υπήρξε το κατ’ εξοχήν φιλοσοφικό ζώο. Το παράδειγμα του γαϊδάρου που ανάμεσα σε δύο δεμάτια χόρτων καταδικάζεται να πεθάνει της πείνας εφοδίασε τον Μπουριντάν με την πιο αδιάσειστη απόδειξη της θεωρίας του περί αδιαφόρου ελευθερίας. Και αρκετούς αιώνες αργότερα, ο Νίτσε αφιέρωσε μερικές έξοχες σελίδες στην μακαριότητα των γαϊδάρων. Αν ρωτούσαμε έναν γάιδαρο, λέει, γιατί είναι τόσο χαρούμενος, θα μας απαντούσε -αν μπορούσε- γιατί ζει μόνον στην παρούσα στιγμή, γιατί δεν υφίσταται, στη γαϊδουρινή του συνείδηση, παρελθόν και μέλλον αλλά αέναο παρόν. Μόνο που δεν θα μπορούσε να μας απαντήσει, αφού την ίδια στιγμή θα είχε λησμονήσει το ερώτημά μας.

Στον χριστιανικό κόσμο ο γάιδαρος είναι το ζώο που διάλεξε ο Χριστός για να μπει στα Ιεροσόλυμα. Βαθύς ο συμβολισμός: για να εισέλθει ο πιστός στην επουράνια Ιερουσαλήμ πρέπει να ακολουθήσει τον δρόμο της υποταγής, της ταπείνωσης και της αυταπάρνησης. Ο Φρανσίς Ζαμ εκφράζει αυτή τη χριστιανική ονολογία στο περίφημο ποίημά του «Προσευχή για να πάω στον παράδεισο μαζί με τους γαϊδάρους» : «Με τους γαϊδάρους, θεέ μου, κάνε μου τη χάρη / να ‘ρθω κοντά σου, στείλε να μας πάρει / χορός αγγέλων και στους τόπους να μας πάει / που τρέχουνε νερά. Και κάνε μου τη χάρη στων ψυχών τη χώρα, / σκυμμένος πάνω στα νερά τα θεία, / να μοιάσω στους γαϊδάρους που όλην ώρα / θα καθρεφτίζουν τη γλυκιά, την ταπεινή / και τη φτωχή τους παρουσία / μες της αγάπης της αιώνιας τ’ άχραντο γυαλί» (η μετάφραση είναι του Παναγιώτη Κανελλόπουλου).

Σε ετούτον τον χριστιανικό όνο ο Κώστας Βάρναλης αντιτάσσει, στην έξοχη «Θυσία» του, τον πριαπικό όνο: «Το μυτερό σου το σκουφί, / Μιδ’, απ’ την άτριχη κορφή / πέτα κάτω / και φέρε απ’ το χλωρό τ’ αχούρι / το διχρονίτικο γαϊδούρι / το βαρβάτο… Φέρτο στη μέση του αλωνιού / και στο ριζό του πλατανιού / ρίχτο χάμου, / ειν’ η σειρά του να δοξάσει / τους γόνιμους Θεούς να πιάσ’ η / προσφορά μου. / Πόψε παντρεύομαι για αυτό / σου άξιζε τέτοιο ένα σφαχτό / κοτσονάτο, / εσένα, Πρίαπε ασκημομούρη, / πούσαι κι εσύ σαν το γαϊδούρι / το βαρβάτο». Το αριστουργηματικό αυτό ποίημα, με τις τολμηρές εικόνες του και την αδιαμφισβήτητη τόλμη του, προκάλεσε στον καιρό του, όταν πρωτοδημοσιεύθηκε, σκάνδαλο. Το φαλλικό σφρίγος, ο πριαπικός παροξυσμός κι ο ακραιφνής διονυσιασμός της «Θυσίας» επέφεραν γερό κόλαφο στην μικρόνοια της τότε διανόησης. Δεν καταλάβαιναν οι μικροαστοί διανοούμενοι πως εδώ εξεγειρόταν η ίδια η ζωή και διεκδικούσε επιτακτικά τα δικαιώματά της. Επιτέλους, φτάνει πια! Αρκετά κατέπνιξαν, καταπίεσαν, προσπάθησαν να σκοτώσουν το κτήνος (ήτοι τον όνον) μέσα μας τόσοι αιώνες νοησιαρχίας και χριστιανικού ευνουχισμού! Μεταξίωση των αξιών λοιπόν, κατά το πρόσταγμα του -ονολάτρη- Νίτσε.

Παρά όμως τις διαφορετικές κοσμοθεωρίες που ενσάρκωσε κατά καιρούς ο όνος, όλες οι εποχές ομονοούν ως προς το αγωνιστικό ήθος του τετραπόδου. Και στην χριστιανική περίοδο και στην αρχαιότητα οι όνοι υπήρξαν οι αφανείς ήρωες της ιστορίας. Έχουμε συλλογιστεί πόσες μάχες κερδήθηκαν χάρις στην ανεκτίμητη συμβολή των γαϊδάρων; Ποιος μετέφερε αγόγγυστα πολεμοφόδια, τρόφιμα και κάθε λογής χρειώδη στα κακοτράχαλα βουνά της Πίνδου και της Αλβανίας; Τι θα ήταν το έπος του ’40 αν έλλειπαν οι γάιδαροι; Τι η αντίσταση κατά του σιδηρόφρακτου Τεύτονα κατακτητή; Τα ταπεινά ζώα, ναι αυτά, κατανίκησαν ολόκληρες μηχανοκίνητες μεραρχίες, πρότειναν το στήθος τους ενάντια στα βραδυκίνητα ερπυστριοφόρα, αντιστάθηκαν σε «μυριάδες άρματα δρεπανηφόρα». Κι όμως, ποιος τα τιμά; Ποιος σκέφθηκε ποτέ να ανεγείρει μνημεία πεσόντων όνων; Κι αυτά, όταν ένας Μέγας Αλέξανδρος ίδρυσε στις εσχατιές της Ανατολής ολόκληρη πόλη προς τιμήν του Βουκεφάλα. Αλλά μήπως, κατά την θεόπνευστη Βίβλο, με σιαγόνα γαϊδάρου δεν εξολόθρευσε ο Σαμψών χιλιάδες Φιλισταίων; Ακόμα και νεκρός, προμήθευσε ο όνος στον βιβλικό ήρωα ένα από τα φονικότερα όπλα (lethal weapon) της πανανθρώπινης ιστορίας. Ποιος μπορεί να αμφιβάλλει πως ο όνος κι όχι τα μισθοδίαιτα τρωκτικά που επανδρώνουν τις στρατιωτικές υπηρεσίες της χώρας είναι το κατ’ εξοχήν πολεμικό ζώο; Πως ο όνος τελικά είναι η κορωνίδα του ζωικού βασιλείου; Ναι, ο όνος κι όχι οι λέοντες, αυτά τα άχρηστα, οκνηρά, αλαζονικά τετράποδα που μόνο να χασμώνται, να βρυχώνται και να διώχνουν τις μύγες με την ουρά τους ξέρουν. Πάντως, ενάντια στους Φιλισταίους της σήμερον αυτήν την σιαγώνα όνου υψώνουμε. Μόνον που εδώ μια μόνο μασέλα γαϊδάρου δεν επαρκεί. Εδώ χρειάζονται στρατιές ολόκληρες πολεμικών όνων…