Skip navigation

Απόψεις του Γιώργου Κοροπούλη περί εγχώριας λογοτεχνικής παραγωγής και κριτικής, σε συζήτησή του με τον Ηλία Κανέλλη -δημοσιευμένη στο περιοδικό «Αντί» (τεύχος 497, Παρασκευή 29 Μαΐου 1992):

«[…] η πεζογραφική τουλάχιστον παραγωγή σήμερα, στην Ελλάδα, παρουσιάζεται προβληματική. Η άγνοια του παραδοσιακού μυθιστορήματος ή η δυσλεξία, δεν αποτελούν τεκμήρια μοντερνισμού. Κείμενα που ούτε απολαυστικά ούτε ανατρεπτικά είναι –αν υποθέσουμε ότι μπορούμε να αντιδιαστείλουμε αυτές τις δύο ιδιότητες- δεν μπορούν να δικαιολογούν τη συγγραφή τους προφασιζόμενα, δια του κριτικού τους, ότι ανοίγουν νέους δρόμους […] Η συζήτηση είναι περί όνου σκιάς: οι άνθρωποι δεν είναι μοντέρνοι ή μεταμοντέρνοι, μερικοί είναι καλοί συγγενείς και οι περισσότεροι είναι άσχετοι που ασχολούνται να διαμορφώσουν τη δημόσια εικόνα τους δια των Mass media, με πρόσχημα τα βιβλία τους. Προπάντων όμως κανείς τους δεν ασχολείται αυτήν τη στιγμή με τις θεωρητικές προϋποθέσεις της εργασίας του, ενώ ο κριτικός τους τις αντικαθιστά με ασφυκτικές κοινοτοπίες περί ρήξης με την παράδοση. Αναρωτήθηκες ποτέ, διαβάζοντας τα περισσότερα μυθιστορήματα της «γενιάς του ‘80», τι γίνεται παρακάτω ή αν θα τα ξαναδιάβαζες; Κι όμως, αυτός είναι ο πυρήνας κάθε αφήγησης και όταν ήμασταν πιτσιρίκια το ξέραμε, ρωτάγαμε «και μετά;» όποτε πήγαινε να τελειώσει το παραμύθι και θέλαμε να το ξανακούσουμε πάντα […] Ναι, όταν διαβάζω Μπέκετ ρωτάω «και μετά;» –και απάντηση δεν υπάρχει, ούτε καν χώρος να διατυπωθεί το ερώτημα. Αυτό σημαίνει ότι ο Μπέκετ προφέρει το όνομα του Θεού με σφραγισμένα χείλη. Ο Duchamp κουβάλησε τον μπιντέ του, ή δεν ξέρω τι, στην αίθουσα τέχνης γιατί έτσι μπορούσε να διαρρήξει ή να ομολογήσει την περίσκεπτη κι εναγώνια σχέση του με μια ισχυρή παράδοση. Λέει αυτό ότι όποιος κουβαλήσει τον μπιντέ του σήμερα στην γκαλερί έγινε και Duchamp; Αφού μάθαμε να απολαμβάνουμε την τέχνη δια της ερμηνείας της, καταλήξαμε να διαβάζουμε τα βιβλία επειδή ο συγγραφέας τους έλαβε από τις εφημερίδες εγκωμιαστικές κριτικές. Ε, το περί νέων τάσεων επιχείρημα δεν αποκρύπτει αυτήν την πλήρη αντιστροφή, αυτήν την κατάντια; Και είναι αυτός ο τρόπος να υπερβούμε τον Καραγάτση, τον Ταχτσή, τον Πεντζίκη; […] Λέω απλώς ότι πρέπει να ανακαλύψουμε ξανά το θέλγητρο της αφήγησης, ειδάλλως οφείλουμε να τελούμε –δια του έργου μας- εν επιγνώσει του αδιεξόδου, όχι να σκηνοθετούμε ανύπαρκτες διεξόδους σε ατελή ελληνικά και αδιάφορο στυλ […] Αν εγώ είμαι ριμαδόρος στιχοπλόκος, φταίει που δεν είμαι ικανός για κάτι καλύτερο, γράφω άσχημα ποιήματα που δεν αρέσουν και κρύβω την ανικανότητά μου πίσω από μια επίδειξη τεχνικής δεξιότητος. Αλλά δε σε ξεγελώ, τα ποιήματά μου δεν είναι καλά κι επειδή είσαι επαρκής αναγνώστης δε σου αρέσουν κιόλας. Αν όμως βγει ο δείνα κριτικός και πει ότι τα ποιήματά μου δεν είναι απολαυστικά διότι η ποίηση είναι παρωχημένη ή διότι η λογοτεχνία οδηγήθηκε σε αδιέξοδο και αυτό το αδιέξοδο καταδεικνύουν, τότε η προσωπική μου καχεξία γίνεται όρος ανάγνωσης της λογοτεχνίας, εξελίσσεται σε όρο παραγωγής της, και τα δικαιώματά σου ως αναγνώστη υφαρπάζονται. Αν πούμε, εκείνος είτε εγώ, ότι γράφοντας κακά ποιήματα καινοτομώ, ή το αντίστροφο, τότε εκείνος χρεώνεται απαιδευσία, εγώ διασύρομαι, εσύ όμως χάνεις τον μπούσουλα. Γιατί σου δείχνω τον κόσμο αντεστραμμένο και (όπως οι ειδήσεις στην τηλεόραση) προσποιούμαι ότι αυτή η ψευδής εικόνα είναι η μόνη αντικειμενική. Όμως τα πάντα είναι τεχνάσματα, μιμήσεις και επιστροφές σε μια παραδοσιακή πρωτοπορία ή σε μια παράδοση που την ανακαλύπτουμε πρωτοπόρο ξανά, τα πάντα είναι ψευδή, αν είναι σαθρό το αποτέλεσμα. Και τίποτε δεν είναι παρωχημένο ή αθέμιτο, αν το αποτέλεσμα το δικαιώνει. Ασφαλώς η φόρμα φορτίζεται και ιστορικά και ιδεολογικά, όπως και τα είδη, ασφαλώς ο κριτικός οφείλει να αναζητά και τους όρους εμβέλειας των κειμένων πέραν των όρων απόλαυσής τους. Αλλά κανένα επιχείρημα δεν αθωώνει τον κακό συγγραφέα, όπως και καμιά σχηματική λογική δεν προστατεύει τον κριτικό από ενδεχόμενη θεωρητική ανεπάρκεια. Η λογοτεχνία δεν μπορεί να αναπαράγει τις βεβαιότητές της χωρίς να αναρωτιέται, δια των έργων και της κριτικής τους, τις αναπαράγουν αυτές οι βεβαιότητες με τη σειρά τους. Και αυτό που αναπαράγουν, σχεδόν πάντοτε, υπερβαίνει τη λογοτεχνία, γι’ αυτό και την αφορά.».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: