Skip navigation

[…] το χιούμορ είναι η επιπλοκή ενός χαμόγελου ή το ανάπτυγμα ενός αυθόρμητου γέλιου […] Το χιούμορ είναι ο βαθμός μηδέν των συνωνύμων του, η αναγωγή τους στη μονάδα, η μεταφορά τους εκτός λογοτεχνίας. Από εκεί, η κοινή τους ουσία προβάλλεται σε άλλοτε άλλο πεδίο και κάθε φορά ονομάζεται αλλιώς: όταν προβάλλεται στο ηθικό πεδίο γίνεται σάτιρα, όταν γίνεται αντιληπτή ως λογοτεχνικό είδος ονομάζεται κωμωδία, όταν ονομάζεται γκροτέσκο εκφράζει (όπως λέει ένας εγκεκριμένος ορισμός) «τη συνύπαρξη του κωμικού και κάποιου άλλου στοιχείου που είναι ασυμβίβαστο με το «κωμικό»» […] Η ειρωνία είναι το χιούμορ που δεν καταφάσκει πια ούτε στον εαυτό του˙ όχι πια ο άγγελος του παράξενου, αλλά ο άγγελος του δηλητήριου […] η κοινοτοπία είναι ο μεγάλος εχθρός αλλά και το κατεξοχήν υλικό του χιουμοριστή, η συνθήκη του διχασμού του. θα ήμασταν πολύ κοντά στην αλήθεια αν λέγαμε ότι το χιούμορ και η λογοτεχνία, εξ ορισμού μη συγκρίσιμα, συγκρίνονται και συγχέονται ως προς τρίτον τι: την banalité, στην οποία δεν έχουν ν’ αντιτάξουν παρά το ίδιο το είδωλό της –κλονισμένο, παραμορφωμένο ώς την αλήθεια του. Το χιούμορ, όπως και η λογοτεχνία, είναι αυτός ο κραδασμός, αυτή η απόκλιση, αυτή η πνοή και η συστροφή μιας τετριμμένης αλήθειας περί τον άξονά της […] Ποιες αλήθειες δεν είναι τετριμμένες άλλωστε; Το χιούμορ προϋποθέτει σύστημα αξιών, όπως η λογοτεχνία προϋποθέτει παράδοση˙ δεν είναι το κενό, αλλά το χείλος της αβύσσου. Δεν βρίσκεται στην αφασική ζώνη (ακόμα κι αν τη μιμείται η γλώσσα), αλλά είναι τόπος της γλώσσας, πιθανόν το σκουλήκι στον πυρήνα της, πιθανός ο πυρήνας στον σεσηπότα καρπό της –πιθανότερο όμως, η ίδια η εύχυμη σάρκα της, φευγαλέα, γλυκιά, δροσερή και πλούσια. Το χιούμορ –όπως και η λογοτεχνία- προϋποθέτει μια κίνηση κατακόρυφη: όχι το σάρωμα και την απομίμηση ενός σκουπιδότοπου αλλά τον βαθύ, εκ θεμελίων κλονισμό και την αναπαράσταση του σύμπαντος, όπου «πάντα τα μεν του σώματος ποταμός, τα δε της ψυχής όνειρος και τύφος, ο δε βίος πόλεμος και ξένου επιδημία, η δε υστεροφημία λήθη». Παίρνει μιαν όψη απίστευτα ελαφριά –γιατί μιλά πάντοτε περί Ύψους […].

Γιώργος Κοροπούλης, αποσπάσματα από το κείμενό του «Το γέλιο που παγώνει – η λογοτεχνία και το χιούμορ» που δημοσιεύθηκε στο 4ο τεύχος του περιοδικού «ΧΑΟς» (Ιούλιος-Αύγουστος 1995).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: