Skip navigation

Εκείνο το βράδυ Παρασκευής, η παρέα ήταν ήδη συναθροισμένη στο καπηλειό και η κρασοκατάνυξη βρισκόταν εν εξελίξει. Όμως, εκείνη τη φορά, το κλίμα ήταν κάπως βαρύ: ο, συνήθως εύθυμος και ζωηρός, Μιχάλης ήταν αφόρητα κατηφής και υποτονικός – στα όρια της απελπισίας και της παραίτησης.

Τι τρέχει; τον ρώτησα, αλλά απάντηση δεν έλαβα.

Δεν έχει πει κουβέντα από την ώρα που ήρθε, μονάχα πίνει, προσπάθισε να με προσανατολίσει ο Περικλής.

Ο προβληματισμένος φίλος εξακολούθησε να αδειάζει το ποτήρι του με ρυθμό πολυβόλου, πάντα αμίλητος. Παραγγείλαμε κι άλλο κρασί, μήπως και προλάβουμε να πιούμε κι εμείς λίγο, αλλά φευ: ο Μιχάλης μας στέρησε την ευκαιρία, αρπάζοντας την κανάτα και αδειάζοντάς την (τέσσερις ή πέντε φορές) στο (τρύπιο;) ποτήρι του. τον κοίταξα με απορία και το αντιλήφθηκε.

Άσε με, ρε μαλάκα, και δεν έχω όρεξη, με αποπήρε.

Άδραξα την ευκαιρία και αντέτεινα:

Κατ’ αρχάς, χρησιμοποιείς υπερβολικά τη συγκεκριμένη λέξη, όπως όταν ήμαστε έφηβοι. Επίσης, κανείς δε σε πιάνει ούτε σε πιέζει, ώστε να ζητάς να σε αφήσουμε. Τρίτον, κανείς δε σε υποχρέωσε να έρθεις στην καθιερωμένη εβδομαδιαία συνάντηση, αφού δε σε χωράει ο τόπος. Τέλος, τι σε κάνει να πιστεύεις πως έχουμε διάθεση ν’ ασχολούμαστε μαζί σου;

Η τελευταία φράση πρέπει να τον αφύπνισε, διότι πέρασε αμέσως στην αντεπίθεση:

Περισσότερο απ’ όλα μ’ ενοχλεί που έχω αρχίσει να δέχομαι όλες εκείνες τις καταθλιπτικές θεωρίες σου περί ματαιότητας των πάντων, περί ποταπότητας της ανθρώπινης υπόστασης, ότι στη ζωή όλα είναι πιθανά και ιδίως οι απαίσιες και ανεπιθύμητες καταστάσεις, ότι η ζωή μας είναι ουσιαστικά η τέχνη του θνήσκειν, πως… Στο τέλος, θα καταλήξω ένας μονόχνοτος μισάνθρωπος, σαν εσένα!

Εγώ τα έχω πει όλα αυτά; Τέλος πάντων, δεν ξέρω σε τι αναφέρεσαι, αλλά την προηγούμενη παραδοχή σου την εκλαμβάνω ως φιλοφρόνηση, αν και προτιμώ τον χαρακτηρισμό «μονήρης»

Δεν είναι να εμπιστεύεσαι κανέναν, οι τοίχοι έχουν αυτιά, όλα διαδίδονται, τίποτα δε μένει κρυφό, όλα έχουν το τίμημά τους, ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος, τι είν’ ο κάβουρας τι είναι το ζουμί του, χέσε μέσα Πολυχρόνη που δε γίναμε ευζώνοι… κατέληξε ο Μιχάλης, με θυμόσοφη διάθεση.

Μια και το ’φερε η κουβέντα, τι να κάνει κι αυτός;

Ποιος;

Ο Πολυχρόνης.

Ό,τι κι αν κάνει, αποκλείεται να έχει τα προβλήματά μου.

Και ποια είναι ταπροβλήματά σου;

Το εξής ένα: ότι έχω αρχίσει να προβληματίζομαι έντονα και σοβαρά με ό,τι συναντώ, μ’ ενοχλούν σχεδόν όλες οι υπαρκτές καταστάσεις, γκρινιάζω, νιώθω απέχθεια και απαξίωση, οργίζομαι εύκολα, παντού περισσεύω και παντού ξεψυχάω

Το τελευταίο είναι κλεμμένο. Πάντως, μην ανησυχείς, δε θα το συνηθίσεις ποτέ και πάντα θα σ’ ενοχλεί˙ θα σε τρώει σαν το σαράκι. Είναι σαν τη γρίπη: δεν έχει γιατρειά, περιμένεις να εκτονωθούν και να αποχωρήσουν τα συμπτώματα, μέχρι να επανέλθουν. Γι’ αυτό, απόψε πληρώνεις εσύ – άλλωστε, εμείς ούτε που προλάβαμε να δούμε τι υπήρχε πάνω στο τραπέζι

Για τον Μιχάλη, για να ευθυμήσει με πικρία, η ακόλουθη ιστορία του Philippe Vuillemin:

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: