Skip navigation

«[…] Γεννήθηκα με την επιθυμία να πεθάνω. Τίποτα δε μου φαινόταν πιο ανόητο από τη ζωή και πιο επονείδιστο από το να παραμένω σ’ αυτήν […] Αλίμονο στη σταχομαζώχτρα που παρατάει τη δουλειά της και σηκώνει το κεφάλι για να δει τις άμαξες που περνούν στη δημοσιά! Ξαναρχίζοντας τη δουλειά της, θα ονειρεύεται κασμίρια και πριγκηπικούς έρωτες, δε θα ξαναβρεί πια στάχυα και θα επιστρέψει χωρίς να έχει φτιάξει το δεμάτι της […] Ούτε οι φτωχοί ούτε οι πλούσιοι ούτε οι άσχημοι μπόρεσαν να κορέσουν τον έρωτα στον οποίον τους ζητούσα ν’ ανταποκριθούν˙ όλοι τους αδύναμοι και μαλθακοί, οι μανάδες τους τούς είχαν συλλάβει μέσα στην πλήξη, εκτρώματα φτιαγμένα από παραλυτικούς μεθυσμένους από το κρασί, τρέμουν από τον φόβο μήπως τα κακαρώσουν μέσα στα σεντόνια τους˙ δεν υπάρχει ούτε ένας τους που να μην τον είδα κουρασμένο από την πρώτη στιγμή. Δεν υπάρχουν πλέον στη γη εκείνες οι θείες νεότητες του παρελθόντος˙ δεν υπάρχουν Βάκχοι και Απόλλωνες, ούτε οι ήρωες οι οποίοι περπατούσαν γυμνοί και στεφανωμένοι με κληματίδες και δάφνες […] Στην πραγματικότητα, όλοι οι άνθρωποι είναι γέροι στις μέρες μας, τα παιδιά είναι μπουχτισμένα σα γέροντες, οι μανάδες μας έπλητταν όταν μας συνέλαβαν […] Σκεφτόταν σοβαρά πως είναι λιγότερο σοβαρό έγκλημα το να σκοτώσεις κάποιον, παρά να φέρεις παιδί στον κόσμο: στην πρώτη περίπτωση αφαιρείς τη ζωή, αλλά όχι ολόκληρη, παρά μόνο το μισό ή το ένα τέταρτο ή το ένα εκατοστό μιας ύπαρξης, η οποία θα τελείωνε ούτως ή άλλως και χωρίς εσένα. Αλλά στη δεύτερη περίπτωση, έλεγε, είσαι υπεύθυνος για όλα τα δάκρυα που θα χύσει από την κούνια του μέχρι τον τάφο του. Χωρίς εσένα δε θα είχε γεννηθεί και, γιατί παρακαλώ, να γεννηθεί; σίγουρα για τη δική σου ευχαρίστηση και όχι για τη δική του˙ για να φέρει το όνομά σου, το όνομα ενός βλάκα – είμαι βέβαιος! Καλύτερα να το έγραφες σ’ ένα ντουβάρι, παρά να χρειάζεται ένας άνθρωπος να κουβαλήσει ένα φορτίο λίγων γραμμάτων […] όπως οι αποφυλακισμένοι που νοσταλγούν τη φυλακή, διότι εκεί μέσα ελπίζανε˙ ενώ, όταν βγαίνουν, δεν ελπίζουν πλέον. Μέσα από τους τοίχους του κελιού τους, έβλεπαν την εξοχή κατάσπαρτη από μαργαρίτες και αυλακωμένη από ρυάκια, σκεπασμένη με χρυσά στάχυα και δρόμους με δέντρα σκιερά. Όμως, όταν ξαναβρίσκουν την ελευθερία και τη μιζέρια τους, ξαναβλέπουν τη ζωή όπως είναι: φτωχή τραχιά, παγερή και βουτηγμένη στον βόρβορο […]».

Από το διήγημα «Νοέμβρης» (1842) του Gustave Flaubert (1821-1880)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: