Skip navigation

«[…] Όπως κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους παρελάμβανεν ή μάλλον έπνιγεν εις τας αγκάλας της η θεολογία πάσαν μάθησιν και επιστήμην εκμυζώσα πάσαν του έθνους την πνευματικήν δραστηριότητα, ούτω και παρ’ ημίν απορροφά και εκμηδενίζει τα πάντα η πολιτική, δια τον λόγον ότι ουδέν ημπορεί να υπάρξη ανεξάρτητον απ’ αυτής˙ […] Υπό την στέγην της πατρικήςτου καλύβης περί ουδενός άλλου ακούει ο Ελληνόπαις τους οικείους του συζητούντας παρά περί της πιθανής εκβάσεως των εκλογών και των ωφελημάτων τα οποία δύνανται να καρπωθώσιν εκ της εξυπηρετήσεως τούτου ή εκείνου του υποψηφίου˙ ουδέ δύναται άλλο τι να διδαχθή εις το σχολείον παρά να περιφρονή τα γράμματα και να σέβεται τας ψήφους βλέπων τους διδασκάλους του να σύρωνται ως ερπετά προ των ποδών παντός κομματαρχίσκου […] όπως όλοι οι Εσκιμώοι αλιείς, όλοι οι Άραβες ιππείς, και όλοι οι αρχαίοι Πάρθοι τοξόται, ούτω και όλοι οι σημερινοί Έλληνες είναι πολιτευταί, όλοι ψηφοθήραι, κομματάρχαι και εκ τούτου και κάπως ρήτορες εξ ανάγκης! Εκδηλώσεις της δραστηριότητος του Ελληνικού πνεύματος πραγματικαί, ζωνταναί και άξιαι προσοχής δεν υπάρχουσιν άλλαι πλην της αρθρογραφίας και της πολιτικής ρητορείας. Πολύ εν τούτοις θα ηπατάτο ο αγόμενος εκ των ανωτέρω να πιστεύση ανάλογον της σπουδαιότητος της πολιτικής την χρησιμότητα της ρητορικής. Αύτη, πλην εκτάκτων τινών περιστάσεων, δεν είναι παρά δευτερεύων παράγων εκλογικής επιτυχίας, απλούν επικούρημα λυσιτελέστερων προς άγραν ψήφων αγκίστρων. Πολύ τω όντι χρησιμότερα, των όσα δύναται ο υποψήφιος να βροντοφωνήση από του εξώστου αποτεινόμενος απ’ ευθείας εις τους εκλογείς, είναι όσα ψιθυρίζει εις το ωτίον του δημάρχου και του κομματαρχίσκου, αφού μόνον κατ’ όνομα άμεσοι και πράγματι έμμεσοι απομένουσιν ακόμη εν Ελλάδι αι εκλογαί. […] Αν αρκή να παρασύρη τον εκλογέα η παρά του τυχόντος δημοκόπου ενδεκάτη επανάληψις δεκάκις ήδη αθετηθείσης υποσχέσεως, αδύνατον αφ’ ετέρου θα ήτο εις τον άριστον των ημετέρων ρητόρων να πείση τους εν τη Βουλή συναδέλφους του ότι έχουσιν άδικον να θεωρώσι τετράγωνον την σελήνην […] Την εξήγησιν της τοιαύτης πρωτοφανούς αντιστάσεως των ημετέρων αντιπροσώπων κατά πάσης εφόδου της αυτοφώτου αληθείας και της στοιχειώδους λογικής δύναταί τις ίσως ν’ ανεύρη αντιστρέφων την δημώδη των Γάλλων παροινίαν και αντί «ventre affamé n’ a pas d’ oreilles» λέγων «δεν έχει ώτα του χορτάτου κυβερνητικού ή κοιλία». Αλλ’ εις τι δύναται τότε να χρησιμεύση των ρητόρων της αντιπολιτεύσεως η βοή εν τη ερήμω; Εις ουδέν βεβαίως αν απέβλεπεν εις κέρδος ψήφων δια της πειθούς, αντί να αποβλέπη εις κέρδος μόνον χρόνου και την εξέγερσιν της κοινής γνώμης κατά των μέσων δια των οποίων γεμίζει η κυβέρνησις την γαστέρα και φράσσει τα ώτα των οπαδών της, θεωρούσα ασύγγνωστον παρ’ αυτοίς έγκλημα την χρήσιν του λογικού των και περιορίζουσα τα καθήκοντα αυτών εις το «Πίστευε και μη ερεύνα» […] Άλυτον δι’ ημάς αίνιγμα είναι πώς ο Ελληνικός λαός, ο φιλόνομος, ο νηφάλιος, ο πρακτικός, ο ουδενός άλλου κατά την οξύτητα του πνεύματος υστερών και άριστος των ιδίων του υποθέσεων οικονόμος, απεδείχθη αδεξιώτερος παντός άλλου διαχειριστής, ανίκανος να επιβάλη εις τους αντιπροσώπους του την υπεράσπισιν του συμφέροντος των πολλών και ουχί των ολίγων, πρόθυμος εις κατάποσιν παντός δολώματος, ανεπίδεκτος σωφρονισμού υπό της πείρας, επιλήσμων πάσης συμφοράς και προς ουδέν άλλο ικανός παρά μόνον να παρασύρεται και έπειτα να μετανοή, να κράζη «ήμαρτον» τύπτων το στήθος και να υποπίπτη μετ’ ολίγον εις την αυτήν αμαρτίαν, να εξοστρακίζη τον άριστον αυτού πολιτικόν άνδρα και να χύνη έπειτα επί του τάφου του θύματος αυτού δάκρυα κροκοδείλου, έξυπνον τέλος πάντων και αγαθόν, πιστεύομεν, αλλ’ ανίκανον να ανδρωθή παιδίον. Πώς λοιπόν ν’ απαιτήσωμεν από τους επιδιώκοντας την εύνοιαν και τας ψήφους του να ομιλώσι προς αυτόν άλλην γλώσσαν παρά την αρέσκουσαν εις τα παιδία, λησμονούντες τας δάφνας των δημοκολάκων και την εκλογικήν πανωλεθρίαν του εξόχου ανδρός, όστις και επί τη υποθέσει ότι διεπράχθησαν παρ’ αυτού σφάλματα κατεδικάσθη υπό του δήμου ουχί διά ταύτα, αλλά μόνον διότι εθεώρει ασυμβίβαστον προς το αξίωμα κυβερνήτου του δημοκόλακος την τέχνην; […] Ο σημερινός Έλλην εξαγόμενος της πολιτικής ομοιάζει οψάριον εκτός του ύδατος. Η διάνοια αυτού είναι αγρός τον οποίον αφίνει ως επί το πολύ χέρσον, διότι κάλλιστα γνωρίζει ότι το προϊόν της συγκομιδής δεν θα εκάλυπτε τα έξοδα της καλλιεργείας. Συνηθίσας παδιόθεν να βλέπη χρησιμεύον ως μόνον μέτρον εκτιμήσεως της ανθρωπίνης αξίας το ποσόν της πολιτικής επιρροής, άγεται να θεωρήση ματαιόσπουδον και αναξίαν φιλοτίμου ανδρός πάσαν άλλην ενασχόλησιν και μελέτην. Η πολιτική παρ’ ημίν δύναται να ομοιωθή προς τα εκμυζώντα πάσαν ικμάδα του εδάφους αδηφάγα εκείνα φυτά, παρά τα οποία ουδέν άλλο δύναται να βλαστήση. Ταύτα αρκούσι, πιστεύομεν, να εξηγήσωσι πώς, πλην ικανού αριθμού ευπροσώπων ρητόρων, ουδέν άλλο άξιον συγκρίσεως προς τα των άλλων εθνών έχει σήμερον η Ελλάς να επιδείξη.».

Εμμανουήλ Ροΐδης, «Η πολιτική εν Ελλάδι ρητορεία» (1896).


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: