Skip navigation

Ο σατιρικός επτανήσιος ποιητής Ιωάννης Κολώνιας γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1868, όπου και έζησε αρκετά χρόνια (πριν μετοικήσει στην Αθήνα). Στη γενέτειρά του (εκτός από μονόφυλλα και παμφλέτια/ημίφυλλα) εξέδωσε δύο έμμετρες σατιρικές εφημερίδες («Κουτούζης» και «Σατανάς», το 1894 και το 1895 αντιστοίχως), καθώς και το ετήσιο σατιρικό ημερολόγιο «Του Κουτούζη Καζαμίας με ολίγας προφητείας» (1896-1900 και 1910). Φυσικά, λόγω της ακατανίκητης σατιρικής του διάθεσης, είχε πάμπολλους εχθρούς και διώκτες – η «καθωσπρέπει» κοινωνία τον απέρριπτε σταθερά. Παρ’ όλα αυτά, η σατιρική του ικανότητα παρέμεινε αμείωτη και ακατάπαυστη έως το τέλος του βίου του (απεβίωσε το 1917, αλκοολικός, στις Καρυές του Αγίου Όρους). Στο ετήσιο σατιρικό ημερολόγιο «Του Κουτούζη Καζαμίας με ολίγας προφητείας» (κυκλοφόρησε την πρωτοχρονιά του 1896) περιελήφθη και το ποίημα με τίτλο «Το εσώβρακον του Αγίου Γρύφωνος».

Το κείμενο κάνει λόγο για έναν φημισμένο και χαρισματικό ιεροκήρυκα, ο οποίος περιοδεύει ανά τας οδούς και τας ρύμας μιλώντας για μετάνοια (Ιεροκήρυξ ξακουστός και ρήτωρ εκ των πρώτων εγύριζεν σ’ Ανατολήν, Δύσιν, Βορράν και Νότον, κηρύττων με ευφράδειαν πολλήν και ευγλωτίαν, προτρέπων εις μετάνοιαν εκάστην κοινωνίαν. Τους δε πιστούς εφείλκυε με την ρητορική του, ως εφελκύει σίδηρον ο πόλος του μαγνήτου.). Εκτός αυτού είναι και περιζήτητος θαυματοποιός (Είχε δε λείψανα πολλά οσίων και μαρτύρων, δια των πολλών θαυμάτων του τον θαυμασμόν ενσπείρων. Και νόσους εθεράπευε πολλάς και μαλακίας, δια των λειψάνων του αυτών της θείας ενεργείας.), γεγονός που τον καθιστά παντού ευπρόσδεκτο (Περιοδεύων έφθασε εις μίαν κάποιαν πόλι, ένθα τον απεθαύμαζον οι κάτοικοί της όλοι. Κατέλυσε δε εν αυτή εις ένα μοναστήρι, ένθα πολλοί ετρέφοντο παπαδοκαλλογήροι. Ο της μονής ηγούμενος, γέρων μεγάλης φήμης, θεοσεβής, ενάρετος, αγνός, αρχαίας ζύμης. Πάντες τον υπελήπτοντο, πάντες τον ετιμούσαν και ως αγίου την δεξιάν με σέβας του φιλούσαν.). Όμως, ο ιεροκήρυκας είναι μερακλής και θαυμάζει ό,τι ωραίο (Κηρύττων εκ του άμβωνος ο ρήτωρ διακρίνει, σε πλήθος άλλων γυναικών, μια νια σαν μπουγαρίνι. Όσο κι αν είναι τις παπάς, τα’ ωραίον τον ελκύει˙ γιατί τα άνθη εις την γην ο Πλαστουργός εκφύει, βεβαίως ν’ απολαύωμεν αυτών την ευωδία˙ να απολαύση ήθελε κ’ εκείνος την κυρία.) και δεν αρνείται την αδύναμη ανθρώπινη φύση του (Νέος κομψός και ο παπάς και ευτραφής κι’ ακμαίος, ως Πραξιτέλειος Ερμής στο σώμα του ωραίος. Δέστε τον κ’ εβουρλίστηκε! ‘ς εκάστην ομιλίαν τα μάτια του προσήλωνε επάνω στην κυρίαν. «Τι άγγελος», εσκέπτετο «μα τι ουράνιον πλάσμα˙ αυτή δεν θάναι άνθρωπος, αγγέλου θάναι φάσμα!».) – άλλωστε όλοι έχουμε αδυναμίες (Αλλ’ αφ’ ετέρου και αυτή, μάλλον εκ της μορφής του καταθελχθείσα δυνατά ή της ρητορικής του, τα μάτια της προσήλωνε πάντ’ αιτενώς ’ς εκείνον κ’ εσκέπτετο «ρόδον εγώ κ’ εκείνος είναι κρίνον». Προξενηταί εγένοντο τα βλέμματα αλλήλων˙ ο έρως στην καρδίαν τους άναψ’ ευθύς σαν ξύλον.). Έτσι, ο γλεντζές ιερέας ερωτεύεται σφόδρα (Η νέα ήτο σύζυγος κόντε τινός ζαπλούτου˙ την είδε, την αγάπησε, έχασ’ ευθύς τον νου του. Ήτο πτωχή! Τι προς αυτό, αφού πονεί η καρδία! τα πλούτη δεν μας φέρνουνε τελείαν ευτυχία. Έρως και αφοσίωσις, ομόνοια κ’ ειρήνη, την ευτυχία φέρουσι παντού την ευφροσύνη. Εκείνος την ελάτρευε, την είχε ‘κόνισμά του, το ίνδαλμα του βίου του, η τέρψις, η χαρά του.), όχι χωρίς ανταπόκριση (Τον αγαπούσε και αυτή, αλλ’ όσο μια γυναίκα! Που έχει στην καρδίαν της τόπον και γι’ άλλους δέκα. Ο έρως πάσης γυναικός πυρκαϊά π’ ανάβει και καίει σπίτια όσα βρη και βρίσκουσα δεν παύει.). Κάποια μέρα, ο σύζυγος ξεκινά για την εξοχή, αλλά οι συγκυρίες τον αναγκάζουν να επιστρέψει πρόωρα (Ο κόντες ετοιμάστηκε, μίαν λαμπρά πρωία, να πάει εις το κτήμα του στην εξοχή μακρία. Ετοίμασαν την άμαξαν, στην κάμερά της μπαίνει, την χαιρετίζει, την φιλεί˙ κατόπιν καταβαίνει. Ετράβηξε στην εξοχή, πλην είχε πού προσκρούσει κ’ εχάλασεν η άμαξα και πρήμνα είχε ανακρούσει.), ενώ στο σπίτι του κάποιοι εκμεταλλεύονται την απουσία του (Ώς ότου πάη και ελθή ο κόντες εις την πόλι, ας δούμε ποιοι στο σπήτι του εχόρευον διαβόλοι. Εκείνη: «Να περίστασις», στην κουβερνάντα λέει, διότι της είχε προειπεί το πάθος που την καίει. «Τρέξε αμέσως στου παπά, πόνοι με έχουν ζώσει, να φέρει τα’ άγια λείψανα, ευθύς να με σταυρώσει. Ωιμένα, το κεφάλι μου», εφώναζ’ εβογκούσε και απ’ την υπηρεσίαν της βοήθειαν εκαλούσε. Μόλις εισήλθεν ο παπάς με τα’ άγια λείψανά του, τους λέγει «Τώρα, όλοι σας, να καταβήτε κάτου. Αν κάτι τι μου χρειασθή, μ’ αρκεί η καμαριέρα». Έφυγαν όλοι κ’ έμειναν μονάχοι εκεί πέρα. Εκράτει δε τα λείψανα ο υποτακτικός του˙ νέος ώς είκοσι ετών κ’ επερπατούσ’ εμπρός του. Εισέρχονται στην κάμερα και δίχως διατυπώσεις, τι μέσα εκεί εγένετο σ’ αφήνω να νοιώσεις. Επήρε την κυρά ο παπάς, ο δε την καμαριέρα και συ στοχάσου μόνος σου τι έγιν’ εκεί πέρα.). Όμως, το γλέντι διακόπτεται από την απρόσμενη επιστροφή του νοικοκύρη (Πλην πριν να τελειώσουνε, πριν επανέλθ’ η τάξις, ακούεται εις την αυλήν ο θόρυβος αμάξης. Επέστρεφεν ο κύριος και βλέπων μαζευμένους δούλους και δούλες στην αυλήν πολύ τεταραγμένους, «Πώς! τι συμβαίνει;» ερωτά. Κ’ εκείνοι: «Η κυρία μόλις εφύγατ’ έπαθεν από κεφαλαλγία. Κ’ είναι επάνω ο παπάς αυτός και την σταυρώνει με τ’ άγιά του λείψανα να μαλαχθούν οι πόνοι». Τρέχει αμέσως έντρομος, στην κάμερά της μβαίνει, την βλέπει στο κρεββάτι της επάνω ξαπλωμένη.) και οι συμμετέχοντες μόλις που προφταίνουν να συμμαζευτούν (Μόλις προφθάσας ο παπάς το ράσο του να βάλη, εστάθη και την σταύρωνε επάνω στο κεφάλι. Κατόπιν με ευλάβειαν και σέβας τους βλογάει. Τα άγιά του λείψανα επήρε και κινάει.). Ο ευπειθής σύζυγος, καθώς συμπαρίσταται στη συμβία του (Μόλις κατέβη ο παπάς, πλησιάζει αυτός στην κλίνη «Τι έχεις φως μου» την ρωτά˙ «Πεθαίνω», λέγει εκείνη. «Κεφαλαλγία δυνατή! αγάπη μου, μου μπήκε αφ’ τη στιγμή που έφυγες αερικό μ’ ευρήκε. Κ’ έφερα αυτόν τον άγιον παπά να με σταυρώσει και με το σταύρωμα ευθύς μου έχει ταπεινώσει.». Εκάθησε πλησίον της, την χάιδευε, την εφίλιε, λόγια παρηγορητικά ανάριθμα της ‘μίληε. «Ψυχή μου μη εκτίθεσαι στο ψύχος, κάνεις τρέλλαις»), ανακαλύπτει κάτι παράδοξο κάτω από το μαξιλάρι της (πλην κάτω αφ’ το προσκέφαλο εξείχον δυο κορδέλλαις. Ταις τράβηξε κι’ απόρησε κ’ είχε μεγάλο δίκιο, γιατ’ έβγαλ’ ένα ’σώβρακο πολύ μεγάλο, ανδρίκιο. Είχε ξεχάσει ο παπάς, αφ’ την μεγάλη βία, το ’σώβρακό του, ’ς του ερχομού αυτού τη φασαρία.), αλλά εκείνη βρίσκει την πειστική εξήγηση (Εκείνη απαθέστατα και δίχως να τα χάση «Ώς ότου το κεφάλι μου, ψυχή μου, μου περάσει, τώχει αφήσει ο παπάς τους πόνους να μου γιάνη˙ είναι τ’ Αγίου Γρύφωνος, όπου για πόνους κάνει. Είναι πολύ θαυματουργός, αφού το σώβρακό του αμέσως μ‘ εθεράπευσε, σκέψου το κόκκαλό του. Ω Άγιέ μου Γρύφωνα, πολύ θα σε δοξάζω και την αγίαν μνήμην σου με νήστεια θα γιορτάζω.»). Ο αφελής αποχωρεί και η «πιστή» ενημερώνει τον εραστή της (Όταν απομακρύνθηκε αυτός απ’ εκεί πέρα, στέλλει και πάλιν στου παπά ευθύς την καμαριέρα. «Ήσο εδώ και ήκουσες και ξέρεις τι συμβαίνει, πήγαινε πες τα του παπά να δούμε τι θα γένη».), ο οποίος μένει απολύτως ικανοποιημένος από την ετοιμότητα και την επινοητικότητά της (Σαν ήκουσεν ο ιερεύς από την καμαριέρα, πως άφησε το ’σώβρακο τ’ αγίου εκεί πέρα. Το πνεύμα απεθαύμασεν της ευφυούς κυρίας, την ετοιμότητα αυτής κ’ εγέλασ’ εκ καρδίας.). Ο τσαχπίνης ρασοφόρος εκθέτει την κατάσταση στον ηγούμενο (Αλλ’ όμως μη γνωρίζοντας κ’ εκείνος τι να κάμη, προσέτρεξε ’ς τον ’γούμενον ’ς αυτό να τον συνδράμη.), αλλά συναντά την εύλογη αποδοκιμασία του (Ο ’γούμενος οργίζεται, αγανακτεί, θυμώνει: «Σε ξένα σπίτια, χριστιανέ, βγάζουν το πανταλόνι; Σε ξένο σπίτι έβγαλα ποτέ το ’σώβρακό μου; πολλαίς φοραίς το έβγαζα˙ μα πού; μεσ’ στο δικό μου! Για υποθέσεις σαν αυτάς, σαν πας σε ξένο σπίτι, θε νάχης του λαγού τ’ αυτί και του σκυλιού τη μύτη. Καϋμένοι χρόνοι και καιροί, μωρέ ζωή που χάνεται! γερνάτε, σεις οι σημερινοί και πείρα δεν λαμβάνετε. Αχ! να ξαναγυρίζανε οι περασμένοι χρόνοι˙ αφήκα αμαγάριστο, στα νειάτα μου, σαλόνι; Μα ’πες μου, μ’ εκατάλαβε η άλλη μου μερία, επήρε σύζυγος ποτέ για μένα υποψία; Μα τώρα; βάρτου ρήγανι! μ’ επήρανε οι χρόνοι, τέλος ας οικονομηθή κι’ αυτό το πανταλόνι.»). Βέβαια, ο ηγούμενος δε θέλει να κλονιστεί η εμπιστοσύνη του «ποιμνίου» προς τους ποιμένες του και πράττει τα δέοντα (Αμέσως δίνει διαταγάς να ενδυθούν παπάδες, διακόνοι, εξαπτέρυγα, θυμιατά, λαμπάδες. Διότι τα’ αγίου Γρύφωνος το ’σώβρακο θα φέρουν εις τον ναόν και με ωδάς και ύμνους θα γεραίρουν. Όλη αυτή η ιερά λοιπόν ακολουθία επήγαινε στου δυστυχούς του κόντε την οικία. Ανέρχεται ο ’γούμενος, την κεφαλή του γέρνει και με πολλήν ευλάβειαν το εσωβράκι παίρνει.), επιτυγχάνοντας και την απόλυτη ευλάβεια του αφελούς συζύγου (Το έφερε να τα’ ασπασθούν όσ’ ήταν παρησία, τ’ ασπάζεται κι’ ο σύζυγος εν πίστει κ’ ευλαβεία. Ευγνωμονών ο δυστυχής δια την θεραπείαν, ακολουθούσε κι’ αυτός την λιτανείαν. Προσέφερ’ ένα τάλληρον και άναψε λαμπάδα, γιατί του καθηγίασε την νυμφικήν παστάδα. Μεγάλως δε τον Άγιον τον Γρύφωνα ετίμα, ώς ότου απεκόπηκε το της ζωής του νήμα.). Ο ηγούμενος νουθετεί τους κληρικούς (Μετά το δείπν’ ο ’γούμενος μεγάλον λόγον κάνει πείρας και γνώσεων μεστόν, στους ρασοφόρους συνιστών σε ξένο σπίτι ’σώβρακο κανείς τους να μη βγάνη. «Ο απειθήσας εξ υμών νάχη την λέπραν του Ιώβ του Ιούδα την αγχόνη».) και ο Κολώνιας αποφαίνεται πως η τυφλή εμπιστοσύνη ισοδυναμεί με αυτοϋπονόμευση (Ο τρέφων στη γυναίκα του μεγάλη εμπιστοσύνη, με φίλον της συνομιλεί, το σώβρακό του τού φιλεί, και περιπαίζουν τον φτωχόν αυτός μαζί μ’ εκείνη. Το σύντροφό σου ν’ αγαπάς είναι καλόν και θείον, πλην να την εμπιστεύεσαι σαν βρίσκεσαι πλησίον.).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: