Skip navigation

Αποσπάσματα από το δοκίμιο του Lucius Annaeus Seneca υπό τον τίτλο «Ad Paulinum, de brevitate vitae» («Προς Παυλίνο, περί βραχύτητας του βίου»):

[…] κλαίμε και οδυρόμαστε επειδή, τάχα, η ζωή είναι πάρα πολύ μικρή κι επειδή, σα να μην έφτανε μόνον αυτό, τα χρόνια που μας είναι γραμμένο να ζήσουμε περνούν με μεγάλη ταχύτητα – χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. […] ξοδεύουμε τα χρόνια μας όχι απολαμβάνοντας τη ζωή, αλλά σπαταλώντας την σε προετοιμασίες οι οποίες υποτίθεται πως θα μας επιτρέψουν να τη χαρούμε στο απώτερο μέλλον. […] στην πραγματικότητα, η ζωή κάθε άλλο παρά μικρή είναι˙ σ’ εμάς φαίνεται μικρή, επειδή ένα μεγάλο μέρος της το ξοδεύουμε άσκοπα. […] τη στιγμή που τη σπαταλάμε μεταξύ χλιδής και απερισκεψίας, χωρίς να μας ενδιαφέρει να δημιουργήσουμε κάτι που θα έχει αξία, είναι επόμενο να διαπιστώνουμε κάποια στιγμή πως έφυγε χωρίς καν να έχουμε προλάβει να το συνειδητοποιήσουμε. Το βάσανό μας δεν είναι η μικρή διάρκεια της ζωής μας˙ εμείς την κάνουμε να φαίνεται σύντομη, με την απληστία μας. […] Οι ακολασίες μας, τόσο πολύ μας πνίγουν ώστε δε μας επιτρέπουν να σηκώσουμε κεφάλι και να αντικρίσουμε κατάματα την αλήθεια. Είμαστε θύματά τους, βυθισμένοι στο πάθος, ανίκανοι να αναδυθούμε και να ξαναχαρούμε τον καλό εαυτό μας. Και όταν καταφέρουμε να γαληνέψουμε, συνήθως λόγω τυχαίων συγκυριών, υπαναχωρούμε μην μπορώντας να ηρεμήσουμε εντελώς από τα πάθη μας – όπως η ανοιχτή θάλασσα εξακολουθεί να είναι ταραγμένη και αφού έχει κοπάσει ο άνεμος. […] όταν βρίσκομαι σε παρέες όπου υπάρχουν και ηλικιωμένοι, μου αρέσει να απευθύνομαι σε κάποιον από αυτούς και να του λέω: «Να που έφτασες στα απώτατα όρια της ανθρώπινης ζωής και σε βαραίνουν σχεδόν εκατό χρόνια. Πες μας, λοιπόν, τι συμπέρασμα έβγαλες από τη ζωή σου; Κάνε τον εξής υπολογισμό: αφαίρεσε από την ηλικία σου τον χρόνο που αφιέρωσες σε άλλους – στις ερωμένες σου, σε ένα σημαντικό πρόσωπο, σε έναν πελάτη, σε μια οικογενειακή υποχρέωση με τη σύζυγό σου, για να επιπλήξεις κάποιον υπηρέτη σου, για κάθε είδους κοινωνική υποχρέωση και για τη συμμετοχή σου στα κοινά. Βγάλε, επίσης, τον χρόνο κατά τον οποίον ήσουν άρρωστος, καθώς και όσον χρόνο άφησες να περάσει ανεκμετάλλευτος. Θα δεις ότι έχεις ζήσει πολύ λιγότερα χρόνια από εκείνα που νομίζεις θυμήσου, τώρα, τις ελάχιστες φορές που κατάφερες να μην επιθυμήσεις τίποτα περισσότερο από εκείνο που είχες αποφασίσει αρχικά να επιδιώξεις, τις σπάνιες εκείνες ημέρες που εξελίχθηκαν όπως ακριβώς είχες ευχηθεί, τις στιγμές κατά τις οποίες κατάφερες πραγματικά να αξιοποιήσεις τον εαυτό σου, όταν το πρόσωπό σου ήταν γαλήνιο και το πνεύμα σου ήρεμο. Ανακάλεσε στη μνήμη σου τα έργα που κατάφερες να πραγματοποιήσεις στη διάρκεια αυτής της μακρόχρονης ζωής, τους ανθρώπους που λεηλάτησαν τη ζωή σου, πόσο μικρό φαντάζει το λίγο καλό που απέμεινε από όσα έπραξες, και θα καταλάβεις ότι πεθαίνεις πρόωρα.». […] Ζείτε σα να επρόκειτο να ζήσετε για πάντα. Ποτέ δεν αναλογίζεστε πόσο αδύναμοι είσαστε, δεν παρατηρείτε πόσο γρήγορα περνά ο καιρός˙ τον χάνετε σα να είχατε άλλον τόσον και ακόμα περισσότερο. […] δυστυχώς, είναι αναπόφευκτο να περνούν τα καλύτερα χρόνια μας πολύ γρήγορα˙ διότι, ακόμη κι αν η λογική επιδιώκει να επιβραδύνει την πορεία τους, είναι η ίδια η φύση που τα κάνει να προχωρούν ταχύτατα. Εσείς, όμως, δεν το αντιλαμβάνεστε αυτό και δεν προσπαθείτε να διασώσετε κάτι από αυτά τα χρόνια ή να ζήσετε όσο πιο καλά μπορείτε ό,τι από αυτά είναι φευγαλέο˙ αντιθέτως, τα αφήνετε να περάσουν και να φύγουν σα να ήταν κάτι άχρηστο – σα να μπορούσατε να τα ανακτήσετε ανά πάσα στιγμή. […] Δεν υπάρχει τίποτα που ν’ απασχολεί λιγότερο τον άνθρωπο από το να μάθει την τέχνη του ζην, όπως επίσης και δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο να μάθει. Για τις άλλες τέχνες υπάρχουν παντού αναρίθμητοι δάσκαλοι. […] Χρειάζεται να περάσει ολόκληρη η ζωή μας για να μάθουμε πώς να τη ζούμε και, το πιο αξιοπερίεργο από όλα, χρειάζεται να περάσει ολόκληρη η ζωή μας για να μάθουμε πώς να πεθαίνουμε. […] Το να ξέρει κάποιος πώς να αξιοποιεί τον χρόνο του, πιστέψτε με, είναι γνώρισμα ανώτερου ανθρώπου˙ δηλαδή, το να μην αφήσει ούτε μια στιγμή να πάει χαμένη. Όσο κι αν διαρκέσει η ζωή του, η ουσιαστική της διάρκεια είναι ο χρόνος που διέθεσε σωστά˙ δηλαδή, ό,τι δεν άφησε ακαλλιέργητο και αναξιοποίητο, ό,τι δεν εκχωρήθηκε στους άλλους, ο χρόνος για τον οποίον θεώρησε πως δεν ανταλλάσσεται με τίποτα στον κόσμο. […] Όλοι τους επισπεύδουν τον ρυθμό της ζωής τους, άρρωστοι από προσδοκία για το μέλλον και αηδιασμένοι από το παρόν. Όμως, όποιος διαθέτει όλον του τον καιρό για τον εαυτό του κι έχει υιοθετήσει ένα πρότυπο ανθρώπινης ζωής, δεν εύχεται για το αύριο ούτε και το φοβάται. Διότι, τι θα μπορούσε να τον ευχαριστήσει από όσα μπορεί να του φέρει η επόμενη στιγμή; Όλα όσα τον ενδιαφέρουν, τα γνωρίζει και τα έχει χορτάσει. Ας κανονίσει, λοιπόν, η τύχη πώς θα είναι οι στιγμές που του απομένουν να ζήσει. Στη ζωή του είναι, πλέον, αυτάρκης˙ τι είναι αυτό που θα μπορούσε να του προσθέσει κάτι; Είναι σα να προσπαθείς να ταΐσεις κάποιον ήδη χορτάτο: μπορεί να δεχθεί το φαγητό σου, αλλά δεν μπορείς να ικανοποιήσεις κάποια ανεκπλήρωτη επιθυμία του. Δεν είναι, λοιπόν, τα άσπρα μαλλιά και οι ρυτίδες που θα μας δείξουν ότι κάποιος έχει ζήσει πολύ˙ αυτά, δείχνουν αν κάποιος έχει υπάρξει πολύ. […] Περιφρονούμε το πιο πολύτιμο πράγμα, επειδή ξεγελιόμαστε από το ότι ο χρόνος δεν είναι χειροπιαστό υλικό αγαθό˙ δεδομένου ότι δεν μπορούμε να τον δούμε, θεωρούμε πως έχει ευτελή αξία και διατίθεται δωρεάν. […] ενώ όλοι συμφωνούμε ότι πρέπει να χρησιμοποιούμε με σύνεση ό,τι υπάρχει περίπτωση να μας λείψει, δε μας νοιάζει να σπαταλάμε απλόχερα ό,τι είμαστε σίγουροι πως θα το έχουμε άφθονο και στο μέλλον. […] κανείς δεν μπορεί να επαναφέρει τα χρόνια που έχασες και κανένας δεν μπορεί να σου δώσει πίσω τη ζωή σου. Η ηλικία σου θ’ ακολουθήσει τη ροή της όπως ακριβώς ξεκίνησε – χωρίς επιστροφή, χωρίς στάση, αθόρυβα και χωρίς τίποτα να μπορεί να επιβραδύνει την ταχύτητά της. Τίποτα δε θα μπορέσει να επιμηκύνει την πορεία της, είτε έχεις όλη την εξουσία στα χέρια σου είτε είσαι ο τελευταίος υπήκοος˙ μόλις ξεκινήσει, καμία δύναμη δε θα μπορέσει να την κάνει να προχωρεί πιο αργά ή να παρεκκλίνει της πορείας της. Θα συμβεί το εξής: εσύ θα είσαι ο πολυάσχολος, η ζωή θα τρέχει και, κάποια στιγμή, είτε το θέλεις είτε όχι, ο θάνατος θα εμφανιστεί και θα πρέπει να τα αφήσεις όλα και να τον ακολουθήσεις. Δεν υπάρχει πιο ανόητος συλλογισμός από αυτόν που κάνουν ορισμένοι, οι οποίοι υπερηφανεύονται πως έχουν προγραμματίσει κάθε τι στη ζωή τους. Διαθέτουν κάθε στιγμή της ζωής τους για να καταστρώσουν πώς θα ζήσουν καλύτερα στο μέλλον! Καταρτίζουν μακροπρόθεσμα σχέδια διαπράττοντας το μεγαλύτερο σφάλμα: αναβάλλουν τη ζωή τους! […] Μία μία οι στιγμές, μία μία οι μέρες, δημιουργούν το παρόν. Όλες οι στιγμές και οι μέρες που παρήλθαν, θα αναδυθούν μόλις το προστάξεις και θα αφεθούν να τις εξετάσεις και να τις επεξεργαστείς. Όμως, αυτό είναι κάτι που δεν μπορούν να κάνουν οι πολυάσχολοι, διότι η περιπλάνηση σε οποιαδήποτε περίοδο της ζωής προϋποθέτει μια ήσυχη και σίγουρη συνείδηση. Αντιθέτως, τα πολυάσχολα πνεύματα, δεν μπορούν να στραφούν και να κοιτάξουν προς τα πίσω. Συνεπώς, η ζωή τους θα χαθεί σε μιαν άβυσσο. Και, όπως είναι μάταιη σπατάλη ν’ αδειάζεις ένα υγρό όταν δεν έχεις βάλει ένα δοχείο από κάτω για να το μαζέψει, κατά τον ίδιο τρόπο, ελάχιστη αξία έχει ο χρόνος που έχουμε υπάρξει – όταν δεν μπορεί να απομνημονευθεί και χύνεται στο κενό από τις ρημαγμένες και διάτρητες ψυχές. Τόσο σύντομη είναι η διάρκεια του παρόντος, ώστε για ορισμένους δεν υπάρχει παρόν˙ η πορεία του είναι ατέρμονη, κυλάει βιαστικά και, μόλις φτάσει στο τέλος, σταματάει να υπάρχει. […] Μόνο αυτοί που αφιερώνονται στο πνεύμα είναι ευτυχείς, μόνο αυτοί ζουν πραγματικά. Δεν περιορίζονται μονάχα στο να αντλούν χρήσιμη εμπειρία από τον χρόνο που έχει διαρκέσει η δική τους ζωή, αλλά προσθέτουν σ’ αυτόν την εμπειρία του χρόνου που έχει προϋπάρξει. […] Αυτοί που ξεχνούν το παρελθόν τους, παραμελούν το παρόν τους, φοβούνται το μέλλον και διάγουν βίο πολύ βραχύ και βασανισμένο. Και όταν φτάσει η στερνή στιγμή, αυτοί οι δυστυχείς καταλαβαίνουν, αν και είναι πλέον πολύ αργά, ότι όσον καιρό πίστευαν πως ήσαν απασχολημένοι, στην πραγματικότητα δεν έκαναν τίποτα. Και, όταν επικαλούνται τον χάρο να έλθει να τους πάρει, διακηρύσσοντας πως βαρέθηκαν να ζουν, μην πλανευτείς και πιστέψεις ότι θεωρούν πως έζησαν πολύ. Απλώς, η ανοησία τους βασανίζει με αβάσταχτες ανασφάλειες οι οποίες τους ωθούν σε ό,τι φοβούνται˙ εύχονται συχνά τον θάνατο, ακριβώς επειδή τους τρομάζει. Επίσης, όταν λένε πως η μέρα τους φαίνεται ατελείωτη και παραπονιούνται πως δεν περνά η ώρα μέχρι να βραδιάσει και να πάνε να δειπνήσουν, μη φανταστείς ότι έζησαν τόσο που βαρέθηκαν τη ζωή τους˙ πράγματι, μόλις οι ασχολίες τους εκλείψουν και αφεθούν στην απραξία, αισθάνονται αμήχανα μη ξέροντας πώς να περάσουν τον ελεύθερο χρόνο τους. Κάτι βρίσκουν να κάνουν, αλλά όλον τον υπόλοιπο χρόνο πλήττουν. Έτσι, εύχονται τη γρήγορη πάροδο αυτών των μεταβατικών ημερών, όπως ακριβώς συμβαίνει όταν έχει ανακοινωθεί η ημερομηνία για κάποια μονομαχία ή όταν περιμένουν τη μέρα για κάποιο άλλο θέαμα ή διασκέδαση. […] Ιδού, λοιπόν, η ζωή εκείνων που με μεγάλο κόπο κατακτούν πράγματα και ακόμη πιο κοπιαστικά τα διατηρούν. Φτάνουν στον στόχο τους μοχθώντας και προσκολλώνται με αγωνία στο απόκτημά τους. Το μεσοδιάστημα, το οποίο δε θα σταματήσει ποτέ να μεγαλώνει, δεν το υπολογίζουν. Νέες ασχολίες αντικαθιστούν τις παλιές, η ελπίδα διεγείρει την ελπίδα, η φιλοδοξία συντηρεί τη φιλοδοξία. Δεν αποζητούμε το τέλος της δυστυχίας μας, παρά μόνο αλλάζουμε την πηγή της. […] Ποτέ δε θα εκλείψουν οι λόγοι για ευτυχία ή δυστυχία˙ η ζωή θα διακλαδίζεται μέσα από τις ασχολίες και δε θα υπάρξει ποτέ ανάπαυλα, παρά μονάχα στα όνειρά μας. […] Όσοι ενδιαφέρονται να γοητεύουν και να γοητεύονται, όσο ο ένας ενοχλεί τον άλλον, αμοιβαία δυστυχούν και η ζωή τους παραμένει χωρίς άρωμα, χωρίς ικανοποίηση και χωρίς καμία ηθική πρόοδο. Παραβλέπουν τον θάνατο, συντηρούν μακρινές ελπίδες, μερικοί προετοιμάζονται για πράγματα που βρίσκονται πέρα από τη ζωή: τάφοι επιβλητικών διαστάσεων και αφιερώσεις σε δημόσια μνημεία, παιχνίδια γύρω από την επικήδεια πυρά κι εξεζητημένες εκφορές. Έχουν ζήσει, πράγματι, τόσο λίγο […] Δε σε προτρέπω σε μια στείρα και απαθή ανάπαυλα, ούτε να βυθίσεις στον ύπνο και στις διασκεδάσεις ό,τι ζωτικό υπάρχει μέσα σου. Αυτό δεν είναι ανάπαυλα˙ θα ανακαλύψεις στόχους πιο ευρείς από όλους εκείνους στους οποίους αφιέρωσες την ενεργητικότητά σου, στόχους που θα μπορέσεις να εκπληρώσεις στην απομόνωση και στην ηρεμία. […] Τώρα, όσο το αίμα σου είναι ακόμα ζεστό, το σφρίγος πρέπει να σε κατευθύνει προς ό,τι καλύτερο υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο. Σε αυτό το είδος ζωής σε περιμένει η αγάπη, μπορείς να κάνεις πράξη την αρετή και να ξεχνάς τα πάθη, έχεις τη δυνατότητα να αποκτήσεις συναίσθηση της ζωής και του θανάτου – με απώτερο σκοπό την απόλυτη γαλήνη της ψυχής.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: