Skip navigation

Τον Δεκέμβριο του 1990,  κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Εστία» το βιβλίο του Αλέξανδρου Σχινά «Η Παρτίδα». Η (αλληγορική) ιστορία περιγράφει μια παρτίδα σκάκι, ιδωμένη από την πλευρά του βασιλιά των λευκών («Είμαι η εμού μεγαλειότης ο βασιλεύς των λευκών. […]», συστήνεται ευθύς εξαρχής), ο οποίος παρουσιάζεται ως ο ανεύθυνος μονάρχης που ενδιαφέρεται για την τρυφηλή ζωή και κυριαρχείται από τυφλό πόθο για τη βασίλισσά του («[…] Το μόνο που μ’ ενδιαφέρει είναι η ευτυχισμένη απομόνωσι με την αγαπημένη μου. […]»), η οποία δείχνει πιο προσγειωμένη και πραγματίστρια («Περίμενε λίγο, θα μ’ έχεις ολόκληρη δική σου μόλις αρχίσει να πηγαίνει καλά η παρτίδα μας.» – είναι αυτό που λένε «ρυμουλκεί καράβι…».

Την έκπληξη του εστεμμένου («Πρόκειται για παρτίδα; Και πότε άρχισε;») διαδέχεται η σταδιακή μύησή του στους κανόνες του παιχνιδιού. Τη σχετική εκπαίδευση αναλαμβάνει ο υπασπιστής (εξ ευωνύμων) του βασιλιά, ο οποίος διαπιστώνει με θλίψη και απόγνωση την πλήρη άγνοια («[…] Πώς φτάσανε κιόλας ως εδώ από τα βάθη του ορίζοντα; Είναι πολλοί; Είναι κι αυτοί από ξύλο; Πώς έχουν στηθεί;[…]») και την ανεπάρκεια του μεγαλειοτάτου και παρακολουθεί (αργά και οδυνηρά) τον αποδεκατισμό των λευκών πεσσών. Ο υπασπιστής περιγράφει με απέριττο τρόπο την αντίπαλη παράταξη (ουσιαστικά, δε, και τη δική του – μιας και ο βασιλιάς έχει πλήρη άγνοια): ομοιόμορφοι στρατιώτες («[…] Είναι κοντόσωμοι, αλλά εύρωστοι και γενναίοι. Δεν υποχωρούν ποτέ. Προελαύνουν κατά ένα τετράγωνο κάθε φορά ολόισια και χτυπάνε λοξά.», ιππείς («Το πώς κινούνται είναι δύσκολο να σ’ το περιγράψω. Θα το αντιληφθείς κατά την εξέλιξη της παρτίδας. Φοράνε αυτή την άγρια κεφαλή ενός φανταστικού όντος που λέγεται ίππος, εμφανίζονται ξαφνικά εκεί που δεν τους περιμένει κανείς, απειλούν ταυτόχρονα προς όλες τις διευθύνσεις και επιτίθενται ύπουλα.» – και, πράγματι, οι μαύροι ιππείς αποδείχθηκαν καταστροφικοί για το στρατόπεδο των λευκών), σωματώδεις θωρακοφόροι («[…] Μόλις τους ανοιχτεί ο δρόμος, ορμάνε ακάθεκτοι προς τα εμπρός ή προς τα πλάγια.»). Όταν μιλά για τη βασίλισσά του, την περιγράφει ως «[…] πιο δυνατή και πιο μαχητική απ’ όλους. Επειδή σ’ αγαπάει τόσο πολύ.»). Βέβαια, δεν απουσιάζει και η απαραίτητη υπονομευτική ίντριγκα, όταν ο βασιλιάς ρωτάει τον υπασπιστή του για τον αξιωματικό που στέκεται στα δεξιά της βασίλισσας («Δεν μου μοιάζει καθόλου. Προσπαθεί απλώς να μιμηθεί τις κινήσεις μου, αλλά μόνο στα σκούρα τετράγωνα.»).

Ο βασιλιάς δεν ενθουσιάζεται με το σκηνικό κι εκφράζει στον υπασπιστή του την επιθυμία να μην παίξει την παρτίδα: «[…] Θα ήθελα να ήταν μια ατέρμονη σκακιέρα με αναρίθμητα τετράγωνα ως πέρα από τον ορίζοντα. Και να στέκομαι εκεί μ’ αυτή την πανέμορφη κοπέλα πλάι μου. Και μ’ εσένα και μ’ όλους αυτούς τους αφοσιωμένους πεσσούς. Χωρίς αλλόχρωμους αντιπάλους, χωρίς καμιά αγωνία για την έκβαση μιας άσκοπης παρτίδας. Η αίσθηση μιας υπέρτατης σκακιστικής θαλπωρής. […]». Όμως, ο υπασπιστής του τον παγιδεύει: «[…] Εν αρχή δεν υπήρχε σκακιέρα. Δεν υπήρχε απολύτως τίποτα. Από το μηδέν δημιουργήθηκε ένα πρωταρχικό σημείο που περιείχε υπερσυμπυκνωμένη ολόκληρη την ξυλεία. Αναπτύχθηκε συγχρόνως σε δύο ευθείες που θλάστηκαν, συγκλίνανε και σχημάτισαν ένα τετράγωνο. Επειδή όμως το θεωρούμε λόγω του τρόπου σχηματισμού του τοποθετημένο στην πρώτη γωνία του και όχι σε μία από τις πλευρές του, θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε, όσο κι αν αντηχεί οξύμωρα, ισόπλευρο ορθογώνιο ρόμβο. Αυτό σημαίνει, όπως ξέρεις, πως το πρωταρχικό εκείνο σχήμα βρισκόταν πέρα από κάθε δυνατότητα ορισμού. Ε, λοιπόν, μέσα σ’ εκείνο το σχήμα ήσουν εσύ. Αλλ’ όχι μόνο εσύ. Συνυπήρχαν μέσα κει, πριν από το λευκό και το μαύρο, και όλοι όσοι βρίσκονται στημένοι τώρα σ’ αυτή τη σκακιέρα. Το ρομβοειδές εκείνο τετράγωνο θα μπορούσε να θεωρηθεί καθαυτό και ως η πρώτη σειρά μιας σκακιέρας. Οι πλευρές του προεκτάθηκαν, θλάστηκαν και σχημάτισαν τη δεύτερη σειρά, που αποτελέστηκε από δύο ρομβοτετράγωνα. Έτσι σχηματίστηκε και η τρίτη με τρία και η τέταρτη με τέσσερα και ούτω καθεξής, σε μια σκακιέρα που ανοίγεται έκτοτε στο διηνεκές. Αλλά, από την πρώτη φάσι ήδη παρασχέθηκε η δυνατότητα να αποσυμφορηθεί η αρχική κοινή κατοικία μας. Εσύ θα προτιμούσες, βέβαια, να παρέμενες αδιάκοπα εκεί έχοντας κοντά σου αυτή την κοπέλα, αλλά κι εμένα, απόλυτα άτρωτος πίσω από αλλεπάλληλες σειρές αφοσιωμένων πεσσών, με την αίσθηση μιας υπέρτατης σκακιστικής θαλπωρής. […] γνωρίζεις πως η ιδανική εκείνη σκακιέρα δεν αποτελείται από ρομβοτετράγωνα. Πρόκειται για απειρόπλευρα σχήματα ενός τόσο υψηλού βαθμού πολυγωνικότητας, ώστε να ισοδυναμούν με κύκλους. Και αυτό βέβαια ως μία μόνο από διάφορες δυνατότητες προσδιορισμού τους. […] εκείνο το αρχικό και τόσο δυσκολοπροσδιόριστο σχήμα θα ήταν αδιανόητο να αναπτυσσόταν προς μία μόνο κατεύθυνσι αφήνοντάς σε εκτεθειμένο με τα νώτα στο κενό. Βρίσκεσαι έτσι, στο κέντρο μιας ενιαίας πολυσκακιέρας ή ακριβέστερα: ελαφρώς έκκεντρα στο κέντρο της, κάτι που είναι εντέλει το ίδιο, μια και θα ήταν σύμφωνα με την επιθυμία σου ατέρμονη. Περιβάλλεσαι άμεσα από όλες τις δυνατότητες ηδονής και κατ’ επέκταση από κάθε λογής διανοητικές δυνατότητες, προστατευμένος οριστικά από μια ανύπαρκτη μαύρη απειλή. Κι όμως! Όπως σε ξέρω, ακόμα και μ’ όλα αυτά δεν νιώθεις εκείνη την υπέρτατη σκακιστική θαλπωρή. Εκείνοι οι ρομβοτετραγωνόκυκλοι δεν σου αρκούν. Είναι μια κατεξοχήν δική σου σκέψι το ότι θα έπρεπε αρχίζοντας από τον πρώτο τους να είχαν εξελιχθεί και προς την τρίτη διάστασι. Θα βρισκόσουν έτσι στο κέντρο μιας ατέρμονης κυβόσφαιρας, αιώνιος και αδιαφιλονίκητος κάτοχος όλων των ηδονιστικών και διανοητικών και όποιων άλλων δυνατοτήτων. Εσύ όμως θέλεις να προχωρήσουμε περισσότερο. Διαισθάνεσαι πως αυτή η εξέλιξι θα όφειλε να ολοκληρωθεί και προς τις άλλες διαστάσεις. Είναι πολύ εύκολο, όπως βλέπεις, να κατασκευάζονται εξωσκακιστικές καταστάσεις με λέξεις. Και ύποπτο, γιατί η κατασκευή τους σημαίνει φυγομαχία απ’ αυτή τη σκακιέρα. Από τη στιγμή που στηθήκαμε έχει τεθεί σε λειτουργία ο χρόνος σου. Αν οπισθοχωρήσεις, προβλέπεται κι αυτό από τους κανονισμούς και λέγεται εγκατάλειψι. Θέλεις να παίξεις έτσι; […]».

Η εξέλιξη της παρτίδας περιγράφεται με τη φράση του υπασπιστή: «Τώρα περνάμε στην αρχή του τέλους.». Όμως, ο βασιλεύς δεν πτοείται και συλλογίζεται: «Αφού είναι μόνο η αρχή του τέλους, το τέλος βρίσκεται ακόμα μακριά. Να όμως που μπορεί να κατασκευασθεί και μια ακόμα πιο εύλογη σκέψη: Αφού το τέλος δεν είναι τώρα, δεν υπάρχει τέλος.». Όμως, ο υπασπιστής επιμένει και γίνεται οξύτερος: «[…] Εκείνες οι υπερσκακιέρες με τα ρομβοτετράγωνα και τις κυβόσφαιρες δεν είναι φανταστικές. Και οι λέξεις που τις κατασκευάζουν δεν είναι δικές μας, είναι δικές τους. Όμως εγώ που το γνώριζα από την αρχή, δεν θέλησα να ξεφύγω απ’ αυτή τη σκακιέρα. Αν και η παρτίδα ήταν αδύνατο να κερδηθεί. Τώρα όμως που τελειώνει, δεν θέλω να χαθώ. Αυτή τη στιγμή παίζονται όλα τα παιχνίδια πέρα από το σκάκι, με όλα τα χρώματα πέρα από το λευκό και το μαύρο, με όλα τα υλικά πέρα από το ξύλο, με όλα τα όντα πέρα από τους πεσσούς, με όλους τους συνδυασμούς, με όλους τους κανονισμούς, σε όλες τις διαστάσεις. Αυτή τη στιγμή παίζονται τα πάντα, σε μέχρι ανυπαρξίας άπειρη συμπύκνωσι, σ’ ένα πρωταρχικό και τελικό αιώνιο σημείο. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν όλες οι υπάρξεις πέρα από την ύπαρξι. Αυτή η στιγμή εκτείνεται από την πρώτη ως την έσχατη στιγμή του χρόνου. […]».

Σύντομα, ο βασιλιάς αναθαρρεί και, παρά τις περιορισμένες του κινητικές δυνατότητες, αποφασίζει να προωθηθεί («[…] Είμαι ο ανώτατος πεσσός των λευκών και σ’ εμένα εναπόκειται η σωτηρία τους. Με τη συναίσθησι αυτής της υπέρτατης ευθύνης, προσπαθώ να κρατηθώ ακλόνητος στη θέση μου και να αποφασίσω γρήγορα και εύστοχα την επόμενή μου κίνησι. […]». Πεπεισμένος για το αίσιο τέλος της παρτίδας («Αφού προβλέφθηκε η συμμετοχή μου σ’ αυτή την παρτίδα, θα πρέπει να αναμένεται και η νίκη μου. […]»), διατάσσει γενική έφοδο με σκοπό τον απόλυτο αιφνιδιασμό. Όμως, ο παρορμητισμός του τον οδηγεί σε αψυχολόγητες και βιαστικές κινήσεις που έχουν ως αποτέλεσμα τον χαμό της βασίλισσας. Ο ηγέτης των λευκών εξορμά, λυσσασμένος για εκδίκηση. Το προδιαγεγραμμένο του τέλος ολοκληρώνεται με τρόπο συμβολικό: στριμώχνεται κι εκτοπίζεται από τη βασίλισσα των μαύρων – τέλος της παρτίδας…

Advertisements

2 Comments

  1. Γειάσου καλέ μου…ε,πολύυ ωραίο..πραγματικά πολύυυ ωραίο..έτσι είναι ο παρορμητισμός δεν οδηγεί πάντα σε θετικό αποτέλεσμα,αλλά νομίζω αυτό το κείμενο και ο τρόπος που ο συγγραφέας του παρουσιάζει την παρτίδα,την αρχή,την εξέλιξη,και το τέλος της…ίσως δε ξέρω μου δίνει την εντύπωση,ότι ‘αντικατοπτρίζει’λίγο και καταστάσεις που συμβαίνουν,και στη πραγματική μας ζωή ίσως;;,κάπως έτσι δεν είναι και στην αληθινή ζωή τα πράγματα;;..(με τις σχέσεις μας,με τους άλλους κυρίως;;),με ανταγωνισμο,ίντριγκα,και με όλα αυτά τα δυστυχώς πολύ αρνητικά,που συχνά δηλητιριάζουν τις σχέσεις μας με τους άλλους και τη ζωή μας,την ίδια;;και με τραγικό τέλος συνήθως;;όπως και το τέλος της παρτίδας….και του βασιλιά και της βασίλισσας;;;…εγώ λέω πως ναί….πολύ ωραίο κείμενο…καλημέρες..

  2. Όπως λέει και κάποιος στίχος, «σκέψου να’ ταν το πάτωμα αυσπρόμαυρο και να ‘σουν το πιόνι…». Το ερώτημα είναι ποιος κινεί τα νήματα (δηλαδή, τα πιόνια) και αν η εξέλιξη της παρτίδας είναι προδιαγεγραμμένη. Πάντως, όλα όσα περιγράφονται (ίντριγκες, ανταγωνισμοί, ανασφάλειες, φοβίες, κλπ.) είναι ανθρώπινα (πολύ ανθρώπινα και προαιώνια) χαρακτηριστικά. Καλημέρα σου,… καλή μου.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: