Skip navigation

wolinskiΟ σκιτσογράφος Georges Wolinski (πολωνικής καταγωγής από την πλευρά του πατέρα) γεννήθηκε στην Τύνιδα της Τυνησίας το 1934. Το 1946 βρέθηκε στο Παρίσι όπου, αργότερα, σπούδασε αρχιτεκτονική. Το 1960, δημοσίευσε τα πρώτα του σκίτσα στο περιοδικό «Hara-Kiri» και, λίγα χρόνια αργότερα, το περιοδικό «Bizarre» του Jean-Jacques Pauvert φιλοξένησε τη δουλειά του με τίτλο «Carnet de Croquis». Το 1968, αλλάζει την τεχνοτροπία του και υιοθετεί την καρικατουρίστικη φόρμα – χάρη στην οποία παραμένει αναγνωρίσιμος. Ακολούθως, συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Action» και «Hara-Kiri Hebdo», ενώ υπήρξε συνιδρυτής (μαζί με τον Siné) της σατιρικής εφημερίδας «L’ Enragé». Έως το 1981 διετέλεσε αρχισυντάκτης του περιοδικού «Charlie Mensuel» και το 1976 ξεκίνησε συνεργασία με την εφημερίδα «L’ Humanité» (επίσημο όργανο του γαλλικού Κ.Κ.). Από το 1984 έως το 1990, τα σκίτσα του εμφανίζονταν στην εβδομαδιαία έκδοση του «Nounel Observateur», ενώ δραστηριοποιήθηκε και στο ερωτικό σκίτσο (π.χ. η «Paulette» που συνδημιούργησε με τον Georges Pichard). Το 1976, έγραψε το θεατρικό «Je ne veux pas mourir idiot» που αργότερα έγινε κινηματογραφική ταινία. Για τον Wolinski, «το χιούμορ γεννιέται από τις ατέλειές μας, από τα προβλήματά μας, από την επίγνωση του ότι είμαστε καταδικασμένοι να πεθάνουμε, από την επίγνωση του πόσο είμαστε εύθραυστοι. Η μοναδική άμυνα και το μοναδικό καταφύγιο που μπορεί να έχει ένας έντιμος άνθρωπος (δηλαδή, κάποιος που δεν ψάχνει για υπεκφυγές) είναι το χιούμορ – δηλαδή, η ικανότητα να γελάει με τη θλιβερή ανθρώπινη υπόστασή του. […]».

Το 1981, εκδόθηκε το βιβλίο «Wolinski, Les Pensées» («Wolinski, Σκέψεις», εκδόσεις «Le Cherche Midi Editeur»). Στο πρώτο κεφάλαιο, με τον αυτοσαρκαστικό τίτλο «Bαθυστόχαστες σκέψεις», γράφει μεταξύ άλλων: «Να κάνετε όπως εγώ: αν θέλετε να έχετε μόνο καλές σκέψεις, εξομολογηθείτε τις κακές. […] Οι άσχημες εποχές προσφέρονται για αριστουργήματα. […] Όταν η ατιμία είναι η μόνη λύση γι τον τίμιο, τότε η ατιμία γίνεται η μόνη τίμια λύση. […] Τα πλούτη είναι σαν τη φύση˙ δεν πρέπει να τα’ αγγίζουμε, αν θέλουμε να τα κρατήσουμε. […] Είμαι μαλάκας, αλλά όταν βλέπω πώς έχουν κάνει τον κόσμο οι σωστοί… […] Είμαι υπέρ της αδικίας, διότι η κοινωνία μας στηρίζεται σ’ αυτήν. Εξαφανίστε την αδικία και η κοινωνία μας θα καταρρεύσει. […] Όταν ο κόσμος αρχίζει να καταγγέλλει τα ελαττώματα μιας κοινωνίας, αυτό σημαίνει πως αυτή η κοινωνία έχει αρχίσει ν’ αλλάζει. […] Ήταν τόσο μαλάκας ώστε, όταν έλεγε κάτι σωστό, νόμιζε πως το είχε πει κάποιος άλλος. […] Γερνάω σημαίνει ξέρω να χάνω. […] Σε αυτόν τον ταπεινό κόσμο, υπάρχουν πάντα κάποιοι που βρίσκουν λύσεις για τα προβλήματα των ανθρώπων. Οι άνθρωποι λατρεύουν τα προβλήματά τους, θέλουν να ζουν ειρηνικά με τα προβλήματά τους. Κυρίως, δε θέλουν να τα λύσουν, επειδή γνωρίζουν πως αυτό θα τους προκαλούσε πάρα πολλά προβλήματα. […] Όλη μου η τέχνη συνίσταται στο να δείχνω πως λέω πολλά χωρίς να λέω τίποτα. […] Ο μαλάκας δεν ξέρει πως είναι μαλάκας, ενώ ο υποκριτής γνωρίζει πως είναι υποκριτής˙ το ξέρει επειδή γι’ αυτόν είναι ο μόνος τρόπος να επιβιώσει σ’ έναν κόσμο όπου οι υποκριτές βοηθούν τους μαλάκες να εμποδίσουν άλλους υποκριτές να τους πάρουν την εξουσία. […] Μια κοινωνία στην οποία όλα τα άτομα θα είχαν χιούμορ, θα μπορούσε εύκολα να ζήσει και χωρίς τους ευθυμογράφους. Όμως, οι άνθρωποι χρειάζονται τους ευθυμογράφους, όπως ο μπάτσος χρειάζεται τον εγκληματία ή ο στρατιωτικός τον πόλεμο. […]». Στο κεφάλαιο «Ιλιγγιώδεις σκέψεις» φιλοσοφεί: «[…] Ο πρώτος άνθρωπος που πέθανε, πρέπει να ένιωσε μεγάλη έκπληξη. […] Όλη τη μέρα αναρωτιέμαι τι ωραίο μπορώ να κάνω το βράδυ. Αργότερα, όταν φθάνει το κωλόβραδο, αντιλαμβάνομαι πως τα ωραία που θα μπορούσα να κάνω δεν έχουν και πολλή σημασία και, ακόμη χειρότερα, έχω τη δυσάρεστη εντύπωση ότι έχασα την ημέρα μου. […]». Στο κεφάλαιο «Σκοτεινές σκέψεις»: «[…] Το πραγματικό πρόβλημα της κοινωνίας μας είναι, πρώτον, ότι δεν αγγίζουμε τα πραγματικά προβλήματα. Δεύτερον, ακόμη κι αν αγγίζαμε τα πραγματικά προβλήματα, δε θα ξέραμε πώς να τα λύσουμε. Και, τρίτον, ότι δεν ξέρουμε ποια είναι τα πραγματικά προβλήματα. […] Τι είναι αυτό που δεχόμαστε χωρίς να το ζητήσουμε, το κατέχουμε χωρίς να γνωρίζουμε το πώς και το χάνουμε χωρίς να ξέρουμε το γιατί; η ζωή. […] Προτιμώ να σκέπτομαι τι θέλω να κάνω, παρά να κάνω ό,τι σκέπτομαι χωρίς πραγματική επιθυμία. […] Αυτό που ξεχωρίζει τους ανθρώπους από τα ζώα είναι πως τα ζώα δεν είναι υποχρεωμένα να προσπαθούν συνεχώς να μη φέρονται σαν άνθρωποι. […]». Στο κεφάλαιο «Φαλλοκρατικές σκέψεις», προβοκάρει: «[…] Θα ήθελα να ήμουν γυναίκα και να αγαπούσα έναν άντρα σαν κι εμένα. […] Υπάρχουν δύο είδη γυναικών: εκείνες που παραείναι καλές για εμένα κι εκείνες για τις οποίες παραείμαι καλός εγώ. […] Στην εποχή μας, οι γυναίκες θεωρούν υποχρέωση του άντρα κάτι που για αιώνες ήταν αγγαρεία γι’ αυτές. […] Αποφάσισα να κάνω αποχή από κάθε σεξουαλική σχέση, για να αισθάνομαι λιγότερο πληγωμένος όταν θα γίνω ανίκανος. […] Οι γυναίκες χωρίζονται, κατά τη γνώμη μου, σε δύο κατηγορίες: τις αξιογάμητες και τις αναξιογάμητες. Προτιμώ τις γυναίκες της δεύτερης κατηγορίας˙ κλαίνε από χαρά όταν τις πηδάς. […] Αν ήμουν γυναίκα, θα έκανα ό,τι δεν μπορώ να κάνω ως άντρας. […] Οι γυναίκες, για μένα, διαιρούνται σε δύο κατηγορίες: όσες έχω πηδήξει και όσες δεν έχω πηδήξει. […]». Στις «Πολιτικές σκέψεις», διαπιστώνει μελαγχολικά: «[…] Μόνον οι περιστάσεις μπορούν να φέρουν έναν καλό άνθρωπο στην εξουσία˙ ποτέ οι εκλογές. […] Η πολιτική είναι το τελευταίο καταφύγιο των τυχοδιωκτών. […] Η δημοκρατία είναι σαν τα νέα κορίτσια: είναι πολύ όμορφη, αλλά η μοίρα της είναι να γαμηθεί κάποτε. […] Μας απειλούν δύο είδη ολοκληρωτισμού: ο ολοκληρωτισμός της αριστεράς, όπου όλος ο κόσμος είναι χάλια, και ο ολοκληρωτισμός της δεξιάς όπου, για να επιβιώσεις, πρέπει να είσαι στρατηγός, πλούσιος κληρονόμος, κότα πολυτελείας, χωροφύλακας, διαφημιστής, κάτοχος του λεξιλογίου των σκύλων, εμποράκος ή pop τραγουδιστής. […]  Οι δεξιοί πιστεύουν μόνο τις μαλακίες που τους έμαθαν. Οι αριστεροί πιστεύουν μόνο τις μαλακίες που οι ίδιοι ανακάλυψαν. […] Ένας στρατιωτικός δεξιάς κυβερνήσεως κι ένας στρατιωτικός αριστερής κυβερνήσεως μοιάζουν πολύ περισσότερο απ’ όσο ένας δεξιός κι ένας αριστερός πολίτης. […] Αν οι οπαδοί του Κόμματος δεν περιμένουν πολλά πράγματα από την ανάρρηση της αριστεράς στην εξουσία, δε διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο να απογοητευθούν. […]». Στο κεφάλαιο «Σκέψεις για την ανισότητα»: «[…] Οι πλούσιοι χρειάζονται τους φτωχούς για να είναι πλουσιότεροι από αυτούς και οι φτωχοί χρειάζονται τους πλούσιους για να έχουν να ονειρεύονται. […] Η αρπαγή χιλίων φράγκων θεωρείται κλοπή και αξίζει να τιμωρηθεί με φυλακή˙ όμως, η κλοπή δισεκατομμυρίων ονομάζεται καρποφόρο εγχείρημα και αξίζει τη γενική εκτίμηση. […] Οι φτωχοί των πλούσιων χωρών είναι λιγότερο φτωχοί από τους φτωχούς των φτωχών χωρών, αλλά οι πλούσιοι των φτωχών χωρών δεν είναι πιο φτωχοί από τους πλούσιους των πλούσιων χωρών˙ αυτή είναι η αδικία. […]». Στις «Σκέψεις για την ανεργία», σαρκάζει: «Μετά από δεκαπέντε χρόνια ανεργίας, θα έπρεπε να έχουμε τουλάχιστον το δικαίωμα να πάρουμε σύνταξη ανέργου. […] Δεν πρέπει να δραματοποιούμε την κατάσταση. Η ανεργία πλήττει κυρίως τις γυναίκες και τους νέους. Οι γυναίκες δεν έχουν παρά να μείνουν στο σπίτι και οι νέοι να περιμένουν να γεράσουν. […] Σ’ έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει δουλειά για όλον τον κόσμο, όποιος σκοτώνεται στη δουλειά είναι ανήθικος.». Στο κεφάλαιο «Ρατσιστικές σκέψεις», σαρκάζει τον γαλλικό ρατσισμό ξεκινώντας με τη χαρακτηριστική φράση: «Αν όλος ο κόσμος ήταν σαν κι εμένα, δε θα ήμουν αναγκασμένος να μισώ τους άλλους. […]». Οι «Αναμασημένες σκέψεις» συμπεριλαμβάνουν μια μεγάλη αλήθεια: «[…] Όσοι προσπάθησαν να κάνουν τον άνθρωπο να πιστέψει ότι μοναδικός του σκοπός είναι να είναι καλός, να αγαπά τους άλλους και να θυσιάζεται γι’ αυτούς, είναι απατεώνες. Επινόησαν τον Θεό, έχτισαν πυραμίδες, εκκλησίες και τζαμιά, για εξαθλιωμένους και φουκαράδες. Έφτιαξαν αθάνατα αριστουργήματα, «θησαυρούς της ανθρωπότητας», ενώ μοναδικός θησαυρός είναι μερικές στιγμές ευτυχίας, ένα πιάτο ρύζι γι’ αυτόν που πεινά, μια κουτάλα χαβιάρι γι’ αυτόν που δεν ξέρει τι θα πει πείνα, ένα χαμόγελο, ένα χαρέμι, η συγχορδία μιας κιθάρας, η υπόσχεση ότι σήμερα δε θα με βασανίσουν, ένα δροσερό χέρι στο μέτωπο που ψήνεται από τον πυρετό, το διάβασμα του «Charlie Mensuel» επάνω σ’ ένα ντιβάνι μασουλώντας σοκολάτα. […]». Στο τελευταίο κεφάλαιο, με τίτλο «Οριστικές σκέψεις», συνοψίζει: «Με αποθαρρύνει το πόσο θάρρος μου χρειάζεται για να ξεχάσω τη μετριότητα της ύπαρξής μου. […] Αν γινόταν μια σφυγμομέτρηση, θα βλέπαμε ότι τα τρία τέταρτα της ανθρωπότητας θα ήθελαν να σωπάσουν οι υπόλοιποι προκειμένου να έχουν την ησυχία τους. […] Αν κάποιος θέλει να είναι δημοφιλής, πρέπει να μπορεί να είναι αντιδημοφιλής. […] Πρέπει να δούμε τα πράγματα κατά πρόσωπο: ο κόσμος είναι ένα τεράστιο μπουρδέλο, όπου όλες οι χώρες (ανάλογα με τις περιστάσεις) γίνονται προαγωγοί, πουτάνες ή πελάτες. […] Μια χώρα που δε διαθέτει δημαγωγούς είναι καταδικασμένη στον αυταρχισμό˙ η δημαγωγία είναι το θεμέλιο του δυτικού μας πολιτισμού. […] Προτιμώ να με κλέψουν παρά να ξοδεύω τον καιρό μου φοβούμενος μήπως με κλέψουν. […] Η εμπειρία μάς μαθαίνει τι δεν θέλουμε˙ δυστυχώς, δε μας μαθαίνει καθόλου τι θέλουμε. […] Όλοι πιστεύουν πως οι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι επειδή έχουν προβλήματα. Εγώ, όμως, είμαι πεπεισμένος ότι έχουν προβλήματα επειδή είναι δυστυχισμένοι και, επομένως, αρκεί να τους κάνουμε ευτυχισμένους για να μην έχουν πλέον προβλήματα. […] Οι νέοι κάνουν βλακώδεις ερωτήσεις και οι γέροι δίνουν ηλίθιες απαντήσεις. […]».

Advertisements

One Comment

  1. Χαριτωμένα τα περισσότερα από τα κόμικς που διάβασα.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: