Skip navigation

Η συγγραφέας, ερευνήτρια και δοκιμιογράφος Luna Aurrekoetxea Etxebarria ολοκλήρωσε πρόσφατα τη μελέτη της υπό τον εύγλωττο τίτλο «Mon mort» («Ο θάνατός μου») και την εξέδωσε, όπως πάντα, με δικά της έξοδα και τελείως αυτόνομα. Είναι το πέμπτο της βιβλίο, αφού προηγήθηκαν τα: «Le monopole de la mort» («Το μονοπώλιο του θανάτου»-1995, στη γαλλική γλώσσα), «Eau morte» («Στάσιμο νερό»-1999, στη γαλλική γλώσσα), «Cuestión de vida o de muerte» («Ζήτημα ζωής ή θανάτου»-2002, στην ισπανική γλώσσα) και «¿Hasta cuándo?» («Έως πότε;»-2006, στην ισπανική γλώσσα). Η Luna έχει διδακτορικό στην κοινωνική ανθρωπολογία και ζει στην πόλη Biarritz (γαλλική Χώρα των Βάσκων), όπου και γεννήθηκε το 1968. Εκφράζεται με άνεση στις εξής γλώσσες: βασκική (η μητρική της), ισπανική (Ισπανίας και Λατινικής Αμερικής), γαλλική, αγγλική, ιταλική, ελληνική (νέα και αρχαία, παρακαλώ!), γερμανική, πορτογαλική. Στη συνομιλία που είχαμε μαζί της, μας έδωσε μια γεύση από τις απόψεις που εκθέτει στο βιβλίο της.

Ad noctum: Πώς βλέπεις τη διαμάχη περί ευθανασίας και το γεγονός ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι καταφεύγουν στη συγκεκριμένη πρακτική;

Luna: Όταν ο άνθρωπος καλωσορίζει τον θάνατο, σημαίνει πως η ζωή έχει ήδη καταστεί οδυνηρή και αβάσταχτη. Συχνά, η καθημερινότητα βιώνεται ως μια επαναλαμβανόμενη ταπείνωση της ύπαρξης και το βιολογικό τέλος φαντάζει ως η μοναδική λυτρωτική διέξοδος. Δε διαφωνώ με τη μέθοδο, παρά μόνο με την εμπορευματοποίηση του πράγματος˙ είναι κάτι που θα μπορούσαν να αναλάβουν οι δημόσιες υπηρεσίες και, μάλιστα, χωρίς ενοχές. Αυτό θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε αρκετές χώρες με ανοιχτόμυαλη θεώρηση των πραγμάτων (π.χ. Σουηδία, Νορβηγία, Φινλανδία, Δανία, Ολλανδία,…). Το υποστηρίζω με επιμονή: η ζωή δεν μπορεί να είναι υποχρέωση ή καθήκον˙ είναι δικαίωμα και μια ευκαιρία για χαρά, απόλαυση, γνώση, δημιουργία…

Ad noctum: Παρά ταύτα, ο άνθρωπος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την ιδέα του θανάτου με έκδηλο φόβο…

Luna: Ο φόβος για τον θάνατο μπορεί να αντανακλά την αγωνία μας για ό,τι δε θα προλάβουμε να πραγματοποιήσουμε εντός των περιορισμένων ορίων του βιολογικού μας κύκλου. Άλλωστε, ο φόβος του θανάτου, όπως και κάθε φόβος, είναι μια σίγουρη πηγή νομιμοποίησης των λογής εξουσιών – γι’ αυτό και οι θρησκείες (κλασικό παράδειγμα ο Χριστιανισμός) υπενθυμίζουν διαρκώς τη θνητότητα και προσφέρουν, ως αντιστάθμισμα, την παρηγορητική ιδέα της αθανασίας. Το συναίσθημα ότι ο θάνατος είναι μια τιμωρία την οποία επέβαλε στην ανθρωπότητα ο Θεός, καθώς και η πεποίθηση ότι μετά θάνατον θα τιμωρηθούμε για τις επίγειες αμαρτίες μας, διαδραματίζουν (ακόμη και σήμερα) σημαντικότατο ρόλο στη διαμόρφωση πειθήνιων και υποταγμένων κοινωνικών συνόλων.

Ad noctum: Εκτός από τον φόβο, υπάρχει και η άρνηση…

Luna: Είναι γεγονός πως η πλειονότητα των ανθρώπων αποφεύγει να συζητά σχετικά με το πλέον σίγουρο και αναπόφευκτο φυσικό φαινόμενο˙ κατά κανόνα, αποφεύγουμε συστηματικά και συνειδητά ό,τι μπορεί να μας θυμίσει τη θνητότητά μας και συμπεριφερόμαστε σα να προσπαθούμε να απωθήσουμε ή να αποτρέψουμε την προοπτική του δικού μας τέλους (κάτι το οποίο είναι, φυσικά, ανώφελο και γελοίο), σα να προσπαθούμε να κατακτήσουμε την αθανασία μέσω της ιδεολογικής απόρριψης της ιδέας του θανάτου. Με ανάλογο τρόπο, σε κάθε ευκαιρία, επιχειρούμε να υποβιβάσουμε τον αναπόφευκτο χαρακτήρα του θανάτου τονίζοντας και υπογραμμίζοντας τον τυχαίο χαρακτήρα του – ως αποτέλεσμα ατυχήματος, αρρώστιας, προχωρημένης ηλικίας… Επίσης, ο φόβος του θανάτου μας κάνει πιο επιφυλακτικούς και συντηρητικούς, φοβόμαστε να διακινδυνεύσουμε και η ζωή μας γίνεται φτωχότερη – δεδομένου ότι της λείπουν οι έντονες συγκινήσεις. Από την άλλη, ο άνθρωπος που φιλοσοφεί και στοχάζεται σχετικά με τον θάνατο, αντιμετωπίζεται ως «ψυχοπαθής» ή «θανατολάγνος» (βέβαια, αυτοί δεν είναι οι μόνοι χαρακτηρισμοί), τη στιγμή που εξασκείται αποτελεσματικά και ουσιαστικά στην «τέχνη» του αποθνήσκειν. Παρεμπιπτόντως, εμένα με έχουν χαρακτηρίσει «παθολογικά θανατομανή». Οι Λατίνοι έλεγαν: Si vis pacem, para bellum (αν επιθυμείς ειρήνη, προετοιμάσου για πόλεμο). Παραφράζοντας τη ρήση αυτή, μπορούμε να πούμε: Si vis vitam, para mortem (αν επιθυμείς τη ζωή, προετοιμάσου για τον θάνατο).

Ad noctum: Υπάρχει η αντίληψη πως δεν είναι δυνατό να χαρούμε τη ζωή όταν έχουμε συνείδηση του θανάτου.

Luna: Υπάρχει και μια κραυγαλέα αντίφαση, την οποία αποσιωπούμε εντέχνως: ό,τι έχει καταγραφεί ως Ιστορία (και διδάσκεται στα σχολεία) δεν είναι παρά μια ατελείωτη αλυσίδα (μαζικών ή ατομικών, δεν έχει σημασία) αλληλοεξοντώσεων. Τον θάνατο τον έχουμε εντός μας, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Η έμφαση που δίδεται στην εντολή «ου φονεύσεις» (στα περισσότερα Ποινικά Δίκαια θεωρείται η πλέον αξιόποινη πράξη), επιβεβαιώνει τη θεωρία πως είμαστε απόγονοι δολοφόνων και είμαστε (άπαντες) δυνάμει φονιάδες. Εξάλλου, με τη σκέψη και μόνο, διαπράττουμε αμέτρητες δολοφονίες σχεδόν καθημερινά: διαολοστέλνουμε, καταριόμαστε, βρίζουμε, προσβάλλουμε, εκμηδενίζουμε ηθικά και καταρρακώνουμε συναισθηματικά. Και, για να μιλήσω απλά και σκληρά, ο θάνατος είναι η κατάσταση που συναντούμε συχνότερα στην καθημερινότητά μας – η ίδια μας η τροφή είναι προϊόν θανάτου. Ο βασικός νόμος που διέπει τη φύση είναι το αμείλικτο δόγμα «ο θάνατός σου, η ζωή μου». Ακόμη κι ένα ακίνδυνο (για εμάς) φυτοφάγο ζώο, εξασφαλίζει την επιβίωσή του φονεύοντας φυτικούς (αλλά ζωντανούς) οργανισμούς – έστω και αναίμακτα. Αυτή είναι η βαριά και ανελέητη κατάρα της φύσης – όπως λέει και το «ποίμνιο» (δηλαδή, το κοπάδι με τα πρόβατα) για τον «πανάγαθο»: «τα πάντα εν σοφία εποίησε». Παρ’ όλα αυτά, αρνούμαστε πεισματικά να ασχοληθούμε στα σοβαρά με το αναπόδραστο γεγονός του θανάτου κι επιμένουμε να εθελοτυφλούμε. Αναλωνόμαστε σε ανούσιες και παιδαριώδεις συμπεριφορές, προσπαθώντας (σπασμωδικά και αδέξια) να εξορκίσουμε το «κακό». Την ίδια ατελέσφορη νοοτροπία μεταβιβάζουμε και στους απογόνους μας – θεωρώντας ότι, έτσι, τους προστατεύουμε από τη θλίψη. Στην ουσία, όμως, ψευδόμαστε οικτρά (αφού τους αποκρύπτουμε την απλούστερη και βασικότερη γνώση της ζωής) και τους αφήνουμε ανίσχυρους και άοπλους (ψυχικά) απέναντι σε έναν πανίσχυρο και ανίκητο αντίπαλο – ο οποίος μπορεί να επιτεθεί οποτεδήποτε. Παρά την πρόοδο την οποία ισχυρίζονται πως έχουν κάνει οι (δυτικές, κυρίως) κοινωνίες, η αντιμετώπιση κάποιων τελείως φυσιολογικών θεμάτων ως ιερά ταμπού μας δείχνει ότι υπάρχει πολύς δρόμος ακόμη – και, μάλιστα ανηφορικός. Βέβαια, για να μπορέσουμε να μεταβιβάσουμε στα παιδιά τη γνώση του θανάτου, είναι απαραίτητο να μπορούμε να τον αντικρίζουμε ως κάτι απολύτως φυσιολογικό και αναμενόμενο – όπως η αλληλοδιαδοχή της ημέρας με τη νύχτα.

Ad noctum: Πάντως, είναι κάτι που δεν αφήνει (σχεδόν) κανέναν ασυγκίνητο…

Luna: Ο θάνατος (είτε πρόκειται για πρόσωπα αγαπητά, είτε για πρόσωπα μισητά) είναι ένα γεγονός ικανό να προκαλέσει ισχυρότατα συναισθήματα, πολλές φορές αλληλοσυγκρουόμενα. Βέβαια, σύμφωνα με τον Ludwig Wittgenstein («Tractatus Logico-Philosophicus»), «Τον θάνατο δεν τον βιώνουμε, ο θάνατος δεν είναι συμβάν της ζωής…».

Ad noctum: Ο νεκρός δεδικαίωται;

Luna: Η φράση αυτή («Ο γαρ αποθανών δεδικαίωται από της αμαρτίας») αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη (Επιστολή Παύλου προς Ρωμαίους, στ’ 7) και δε σημαίνει πως ό,τι έχει πράξει ο αποθανών είναι αποδεκτό και αξιέπαινο, αλλά ότι ο μακαρίτης δεν μπορεί πλέον να αμαρτήσει – έχει απαλλαχθεί από κάθε περαιτέρω κρίση. Επίσης, σχεδόν σε όλες τις κοινωνίες, ο σεβασμός προς τους νεκρούς παρουσιάζεται ως κάτι επιτακτικό και αναγκαίο˙ βέβαια, ο νεκρός δεν έχει, πλέον, καμία ανάγκη ένδειξης εκτίμησης – την ανάγκη αυτή την είχε όταν βρισκόταν εν ζωή και, πιθανότατα, δεν εισέπραττε τον προσήκοντα ή τον επιθυμητό σεβασμό.

Ad noctum: Ποιος ο ρόλος των θρησκειών στην αντίληψή μας για τον θάνατο;

Luna: Οι θρησκείες οι οποίες πρεσβεύουν τη μεταθανάτια ζωή (ή, ακόμη, τη μετενσάρκωση), έχουν ήδη υποτιμήσει το χρονικό διάστημα του φθαρτού και πεπερασμένου βίου μας στον «μάταιον ετούτον κόσμο». Έτσι, μέσω της κατάργησης της ζωής, πωλούν (κυριολεκτικά) ελπίδα για κατάργηση του θανάτου και αναγέννηση.

Ad noctum: Θα μας βόλευε αν γνωρίζαμε πότε θα ερχόταν το τέλος μας;

Luna: Αν είχαμε σαφή και πλήρη επίγνωση της βιολογικής μας κατάληξης (δηλαδή, της χρονικής προοπτικής της και των ορίων της), θα μπορούσαμε να ρυθμίσουμε τη ζωή μας και τη συμπεριφορά μας προς τους άλλους ανθρώπους – όλα αυτά, θεωρητικά. Πάντως, τα περισσότερα και σοβαρότερα προβλήματα τα προκαλεί στους ανθρώπους η γνώση του θανάτου και όχι ο ίδιος ο θάνατος ως συντελεσμένο γεγονός.

Ad noctum: Όταν θρηνούμε την απώλεια κάποιου αγαπημένου μας προσώπου, τηρούμε απλώς τα προσχήματα ή πρόκειται περί πηγαίας και αυθεντικής αντίδρασης;

Luna: Νομίζω πως οι άνθρωποι θρηνούν τον χαμό κάποιου προσώπου για δύο (κυρίως) λόγους: την απώλεια κάποιου στον οποίον στηρίζονταν (υλικά, ψυχολογικά, συναισθηματικά,…) και την υπενθύμιση πως (αργά ή γρήγορα) θα έρθει και η δική τους ώρα – ακόμη και το πένθος κρύβει τη δική του ιδιοτέλεια.

Ad noctum: Πώς εξηγείς τον φόβο απέναντι στην «ύστατη στιγμή»;

Luna: Έχοντας συνομιλήσει με πολλούς ανθρώπους που βίωναν οριακές καταστάσεις (φυλακισμένους μελλοθάνατους, καταθλιπτικούς, άτομα με ισχυρές αυτοκτονικές τάσεις, ετοιμοθάνατους λόγω ανίατων ασθενειών), τείνω να πιστέψω πως ο βασικός λόγος για τον οποίον μας απωθεί η ιδέα του θανάτου είναι ο εξής: πρόκειται για ένα γεγονός το οποίο, αν εξαιρέσουμε τις περιπτώσεις «εθελουσίας εξόδου», είναι ανεξέλεγκτο από εμάς – κάτι σαν απρόσκλητος επισκέπτης με καταλυτικές συνέπειες. Ίσως μας φοβίζει το απρόοπτο της κατάστασης (όσο κι αν το περιμένουμε, δε γνωρίζουμε το ακριβές χρονικό σημείο), καθώς και το ότι συμβαίνει ερήμην μας. Εδώ, να υπενθυμίσω πως και η γέννηση κάθε ανθρώπου ερήμην του συμβαίνει – αυτό, όμως, το αποδεχόμαστε ως αναπόφευκτο. Κάτι ακόμη που έχω παρατηρήσει, είναι πως άνθρωποι οι οποίοι (λίγο πριν το διαφαινόμενο τέλος) ένιωθαν ευχαριστημένοι με το πώς κύλησε ο βίος τους (π.χ. αν έκριναν πως έζησαν μια ενδιαφέρουσα και δημιουργική ζωή) ήταν σχετικά γαλήνιοι και διόλου τρομοκρατημένοι μπροστά στην κοντινή προοπτική του θανάτου – σα να ήταν ικανοποιημένοι που εκπλήρωσαν ένα χρέος απέναντι στον ίδιον τους τον εαυτό. Απεναντίας, όσοι είχαν διάγει τον βίο τους μέσα στην γκρίνια και τη μιζέρια, συμπεριφέρονταν με τον ίδιον τρόπο και πριν το τέλος – σα να ευθυνόταν οποιοσδήποτε άλλος για ό,τι τους είχε συμβεί (για την κενότητα της ζωής τους) και ό,τι επρόκειτο να τους συμβεί (να πεθάνουν χωρίς νόημα, σα να μην υπήρξαν ποτέ). Όπως αναφέρεται στο κείμενο του Johannes von Tepl, «Der Ackermann aus Böhmen» (15ος αιώνας), «Μόλις κάποιος έλθει στη ζωή, είναι ήδη αρκετά ηλικιωμένος για να πεθάνει…».

Ad noctum: Η προσμονή του θανάτου προκαλεί συναίσθημα μοναξιάς;

Luna: Φεύγουμε μόνοι, αυτό είναι γεγονός. Φεύγουμε, μη γνωρίζοντας πού πηγαίνουμε, αφήνοντας πίσω (δηλαδή, σε γνώριμα τοπία) τα πρόσωπα με τα οποία μοιραστήκαμε μια ολόκληρη ζωή – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Ας αναλογιστούμε, όμως, πόσο πιο οδυνηρός και αργός θάνατος είναι η μακροχρόνια επικοινωνιακή και συναισθηματική μοναξιά – δομικό χαρακτηριστικό των ανθρώπινων κοινωνιών, από καταβολής κόσμου…

Advertisements

One Comment

  1. θανατηφόρα συζήτηση,

    Πάντως

    ο Wittgenstein,

    ερχεται δεύτερος απο τον Επίκουρο στην επιστολή του προς τον Μενικέα.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: