Skip navigation

Monthly Archives: Αύγουστος 2009

Το δοκίμιο του Robert Musil υπό τον τίτλο «Über die Dummheit» («Περί Βλακείας»), πρωτοεκδόθηκε το 1937 στη Βιέννη από τον εκδοτικό οίκο Wien Bermann-Fischer και περιείχε μόλις 47 (αλλά «ζουμερές») σελίδες. Ο συγγραφέας, αρχικά, επιχείρησε να εκφραστεί μέσω αφορισμών, αλλά κατέληξε στη δοκιμιακή μορφή αφότου εξέφρασε τις απόψεις του κατά τη διάρκεια δύο διαλέξεων που οργάνωσε ο «Αυστριακός Σύνδεσμος Εργασίας» («Österreichischer Werkbund») στις 11 και 17 Μαρτίου 1937.

«[…] Αν θελήσουμε να εξετάσουμε το γιατί είναι βλακώδες να δείχνει κάποιος ότι είναι έξυπνος, την απάντηση που αναζητούμε θα τη βρούμε σκεπασμένη κάτω από στρώματα σκόνης συμβουλών και νουθεσιών, πάππου προς πάππου, συμβουλές και νουθεσίες που μας καθιστούν σαφές ότι είναι προτιμότερο να μη δείχνει κανείς πως είναι έξυπνος. Αυτή η βαθύτατα απαισιόδοξη και καχύποπτη σύνεση, την οποία κανείς πια στις μέρες μας δεν μπορεί να κατανοήσει αμέσως, πολύ πιθανό να κατάγεται από μιαν εποχή κατά την οποία οι πιο αδύναμοι ήταν πραγματικά τόσο έξυπνοι, ώστε κανείς δεν τους θεωρούσε έξυπνους˙ κι αυτό, διότι, συν τοις άλλοις, η εξυπνάδα τους θα μπορούσε ίσως να απειλήσει τη ζωή των ισχυρών. Η βλακεία, αντιθέτως, νανουρίζει και αποκοιμίζει τη δυσπιστία – την «αφοπλίζει», όπως λέμε σήμερα. Ίχνη της παλιάς αυτής πονηριάς (αλλά και κουτοπονηριάς μαζί) μπορούμε να αναζητήσουμε σήμερα στις διάφορες σχέσεις εξαρτήσεως, όπου η δύναμη έχει μοιραστεί τόσο άνισα, ώστε οι αδύνατοι βρίσκουν τη σωτηρία τους παριστάνοντας ότι είναι παραπάνω βλάκες από όσο πράγματι είναι. […] Ο αδύνατος που δεν μπορεί, ερεθίζει τον δυνατό λιγότερο από τον αδύνατο που δε θέλει. Γι’ αυτό και η βλακεία τον φέρνει σε «απόγνωση», σε μια κατάσταση αδιαμφισβήτητης αδυναμίας! […] η εξυπνάδα των υποτακτικών, ενίοτε, εκτιμάται – δεν εκτιμάται, όμως, ποτέ όταν ξεπερνά τα όρια της άνευ όρων αφοσίωσης. Από τη στιγμή, μάλιστα, που θα λείψουν αυτά τα εύσημα καλής διαγωγής και δε θα είναι βέβαιο ότι η εξυπνάδα έχει όντως τεθεί στην υπηρεσία του κυρίου και αφέντη, όλο και σπανιότερα θα την αποκαλούν με το όνομά της και θα την ονομάζουν αυθάδεια, θρασύτητα ή κακοήθεια˙ και, αμέσως μετά, θα αρχίσουν να λένε πως η ευστροφία στρέφεται εναντίον της τιμής και της αυθεντίας των κυρίων – ακόμη κι αν οι τελευταίοι δεν απειλούνται καθόλου. […] η ευφυής εκτέλεση ενός εγκλήματος, συνήθως κατακρίνεται και αποδοκιμάζεται έντονα με χαρακτηρισμούς όπως «εκ προμελέτης» και «ιδιαζόντως ειδεχθής». Όσο για την Πολιτική, ο καθένας μπορεί να βρει εκεί αντίστοιχα παραδείγματα. […] όπως η μυρωδιά του αίματος που ξυπνά την επιθυμία για κυνήγι, έτσι και η πασίδηλη έλλειψη αντιστάσεως εκ μέρους των βλακών εξάπτει φοβερά τη φαντασία και την παρασύρει σε μιαν έρημο – όπου η ωμότητα, επειδή ακριβώς δε γνωρίζει φραγμούς και όρια, «υπερβαίνει παρασάγγες τα εσκαμμένα». Άρα, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα χαρακτηριστικό στοιχείο πάθους που αναφέρεται σε αυτόν τον ίδιο που το προκαλεί, έχουμε να κάνουμε με αδυναμία συμφυή προς την ωμότητα και τη σκληρότητα. Μολονότι η φυσικώ δικαίω αγανάκτηση, η οποία εκδηλώνεται με τη μορφή της συμπάθειας και του οίκτου, μας εμποδίζει να δούμε αυτό το πάθος˙ εν προκειμένω, ισχύει ό,τι και για τον έρωτα: για να συμβεί, χρειάζονται απαραιτήτως δύο και ο ένας να ταιριάζει με τον άλλον. Αφενός μεν είναι βλακεία να παινεύεται κανείς πως είναι έξυπνος, αφετέρου δεν αποτελεί πάντοτε τεκμήριο ευφυΐας το να διαθέτει κάποιος φήμη βλακός. Ας μη γενικεύουμε, όμως˙ ή, εν πάση περιπτώσει, η μόνη επιτρεπτή γενίκευση σε σχέση με το προκείμενο είναι μάλλον η εξής: κόσμο όπου ζούμε, το πιο έξυπνο απ’ όλα είναι να καθίσταται κάποιος όσο το δυνατόν λιγότερο αντικείμενο παρατήρησης. […] το μεμονωμένο άτομο, εκεί που κάθεται και συλλογιέται και θεωρεί τον εαυτό του τετραπέρατο και προικισμένο (όχι μόνο το τυχαίο άτομο, αλλά και το περιούσιο δημόσιο πρόσωπο), όταν κατέχει εξουσία και δύναμη, λέει ή αναθέτει σε άλλους να λένε για την αφεντιά του πως η ευφυΐα του είναι ασύγκριτη, ότι είναι φωτισμένο μυαλό, εκλεκτός του Θεού και προορισμένος να γράψει Ιστορία. Τις ίδιες αυτές προσρήσεις διαλαλεί ασμένως και όταν πρόκειται για κάποιον άλλον – εφόσον, φυσικά, η αξία αυτού του άλλου αντανακλά και στο δικό του γόητρο. Τα απολιθώματα αυτών των χαρακτηρισμών έχουν μείνει στους διάφορους τίτλους και στις ποικίλες προσαγορεύσεις όπως «η Υμετέρα Μεγαλειότης», «η Υμετέρα Παναγιότης», «η Υμετέρα Εξοχότης», «η Υμετέρα Χάρις» και σε λοιπές συναφείς εκφράσεις. Κι όμως, από τη στιγμή που ο άνθρωπος αρχίζει να μιλά σα μάζα, τα απολιθώματα αυτά τα βλέπουμε νεκραναστημένα μπροστά μας. Δηλαδή, ένα συγκεκριμένο κατώτερο στρώμα της μεσαίας (από πνευματική και ηθική άποψη) τάξης είναι εντελώς ξεδιάντροπο όταν μπορεί να λέει ανενδοίαστα «εμείς», ενώ εννοεί απλώς «εγώ» – εξυπηρετώντας, έτσι, την ανάγκη του για οίηση και όντας υπό τη σκέπη του Κόμματος, του Έθνους, της Θρησκευτικής Αίρεσης ή μιας καλλιτεχνικής τάσης. Όλα αυτά, με την απολύτως αυτονόητη (άρα και δυνατόν να αποσιωπηθεί) επιφύλαξη πως η εκπεφρασμένη οίηση μπορεί να ονομαστεί και ματαιοδοξία – από την οποία κυριαρχείται η ψυχή πολλών λαών και κρατών˙ από αρχαιοτάτων χρόνων, μεταξύ βλακείας και ματαιοδοξίας υφίσταται μια σχέση εγκαρδιότητας και οικειότητας – η οποία θα μπορούσε να καθορίσει την περαιτέρω πορεία μας. Ο βλάκας ενεργεί συνήθως ματαιόδοξα, επειδή ακριβώς του λείπει η εξυπνάδα να κρύψει τη ματαιοδοξία του – ασχέτως αν στην πραγματικότητα δεν υπάρχει λόγος να την κρύψει, δεδομένου ότι ματαιοδοξία και βλακεία είναι εξ αίματος συγγενείς: ο ματαιόδοξος προκαλεί την εντύπωση ότι αποδίδει λιγότερο από όσο μπορεί, μοιάζει με μηχανή που χάνει λάδια. […] Οι κρίσεις της καθημερινής ζωής και της ανθρώπινης εμπειρίας δε διατυπώνονται βάσει κάποιου είδους ορθής αγωγής, αλλά απλώς αντιπροσωπεύουν τις συναινετικές ή τις απορριπτικές κινήσεις του νου. Αλλά και αυτό το παράδειγμα μας δείχνει ότι κάτι μπορεί να είναι βλακώδες εκ του αποτελέσματος, χωρίς να είναι βλακώδες εξ ορισμού˙ η έννοια του βλακώδους μεταβάλλεται ανάλογα με τα συμφραζόμενά της και η βλακεία διαπλέκεται με άλλα στοιχεία, έτσι ώστε να μη βρίσκεται πουθενά η άκρη του μίτου […] Το είδος της επιδεξιότητας, το οποίο σε δεδομένη στιγμή κερδίζει τις επευφημίες των θεατών και αντιστοιχεί στο περιεχόμενο των εννοιών «ευφυΐα» και «βλακεία», εξαρτάται από την ίδια τη ζωή. Σε καιρούς προσωπικής αβεβαιότητας, η ευφυΐα χαρακτηρίζεται από πονηριά, δύναμη και βία (τα ισχυρά αντανακλαστικά και οι σωματικές ικανότητες), ενώ σε πιο πνευματικές εποχές (τις οποίες θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «αστικές») η εργασία που παράγει το κεφάλι κερδίζει την κοινωνική αναγνώριση που της αρμόζει. […] φτάσαμε, στις μέρες μας, σα να μη γινόταν διαφορετικά, να συσχετίζουμε την ευφυΐα και τη βλακεία μόνο με την αντιληπτική ικανότητα του νου και με τον βαθμό δεξιοσύνης τουπράγμα που αποτελεί μάλλον μονομέρεια. Η γενική αντίληψη περί ανικανότητας με την έννοια της έλλειψης επιδεξιότητας, αντίληψη που συνδέθηκε με τη λέξη «βλακεία», έχει ένα πραγματικά εντυπωσιακό αποτέλεσμα: συγκεκριμένα, οι λέξεις «βλάκας» και «βλακεία», επειδή χαρακτηρίζουν τη γενική ανικανότητα, μπορούν, όταν παρίσταται ανάγκη, να υποκαθιστούν οποιαδήποτε λέξη σημαίνει ειδική ανικανότητα. Αυτός είναι κι ένας από τους λόγους της ευρύτατης διάδοσης αυτών των λέξεων, έτσι ώστε να εκτοξεύονται εναντίον όσων θέλουμε να κακολογήσουμε. […] οι λέξεις «βλακώδες» και «χυδαίο», οποιαδήποτε κι αν είναι κατά περίπτωση η σημασία τους, χρησιμοποιούνται και ως ύβρεις. Διότι, ως γνωστόν, η σημασία μιας υβριστικής λέξης δεν εντοπίζεται τόσο στο περιεχόμενο όσο στη χρήση της˙ και είναι βέβαιο πως, μολονότι πολλοί από εμάς εδώ συμπαθούν τους γαϊδάρους, νομίζω πως δε θα υπήρχε ούτε ένας που δε θα προσβαλλόταν αν κάποιος τον αποκαλούσε «γάιδαρο». Η βρισιά δεν αντιπροσωπεύει την εικόνα που ανακαλείται από τη λέξη, αλλά ένα μείγμα παραστάσεων, συναισθημάτων και προθέσεων – το οποίο δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να το μεταφράσει, παρά μόνο να το σηματοδοτήσει. […] στη χρήση των ασαφών λέξεων διαπιστώνεται μια μεγάλη αναλογία με τη χρήση πλήθους λέξεων, διότι όσο πιο ασαφής είναι μια λέξη τόσο μεγαλύτερος είναι ο κύκλος των πραγμάτων στα οποία μπορεί να εφαρμοστεί˙ το ίδιο ισχύει και για τη μη αντικειμενικότητα των λέξεων. […] να πραγματοποιήσουμε την πάντοτε αναγκαία και πολυπόθητη μετάβαση από το παλαιό στο νέο, με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες! Όσο περισσότερο παραμελούμε τη μετάβαση, η οποία (προσπαθώντας να ισορροπήσει μεταξύ παράδοσης και αλλαγής) πρέπει να συμβεί στον κατάλληλο χρόνο, τόσο περισσότερο έχουμε ανάγκη από βοηθητικές παραστάσεις για ό,τι είναι αληθές, λογικό, σημαντικό, έξυπνο και (σε αντίθεση με όλα αυτά) για ό,τι είναι βλακώδες. Αλλά, πώς να δοθεί ορισμός της βλακείας, έστω και μερικός, όταν ο ορισμός της λογικής και της σοφίας ήδη χωλαίνουν και πάσχουν; […] Δεν υπάρχει σημαντική σκέψη που να μη βρει τρόπο η βλακεία να τη χρησιμοποιήσει, δεδομένου ότι η βλακεία κινείται προς όλες τις κατευθύνσεις και ενδύεται ολόκληρη την γκαρνταρόμπα της αλήθειας. Αντιθέτως, η αλήθεια διαθέτει κάθε φορά ένα μονάχα ένδυμα κι έναν μόνο δρόμο – και αυτό είναι πάντα εις βάρος της. […] Περιστασιακά είμαστε όλοι βλάκες˙ περιστασιακά, επίσης, πρέπει να ενεργούμε σαν τυφλοί ή, έστω, σαν μισότυφλοι, διότι διαφορετικά ο κόσμος θα έπαυε να κινείται. Αλλά, εάν ο κανόνας που θα συναγόταν από τους κινδύνους της βλακείας είναι «απόφευγε κρίσεις και αποφάνσεις για ό,τι δεν κατανοείς πλήρως!», τότε οι άνθρωποι θα παρέμεναν εσαεί αδρανείς. Επειδή η γνώση και οι δυνατότητές μας είναι αξιωματικά ατελείς, οφείλουμε να διατυπώνουμε (για οτιδήποτε) προπετείς (άγουρες, θα τολμούσα να πω) απόψεις – αλλά να κρατούμε αυτό το δυνάμει λάθος και, όταν ωριμάζουν οι συνθήκες, να το διορθώνουμε προκειμένου να χαρακτηρίζει πλέον τις πράξεις μας η δυνάμει ορθότητα. […] ακόμη κι ένα βήμα πιο μέσα από το σημείο στο οποίο έχουμε σταματήσει, θα μας έβγαζε από την επικράτεια της βλακείας, η οποία (θεωρητικώς, βέβαια) παρουσιάζει ενδιαφέρον και ποικιλία, και θα μας έφερνε στο βασίλειο της σοφίας – δηλαδή, σε μια χώρα ερημωμένη, την οποία οι άνθρωποι αποφεύγουν να επισκέπτονται.».