Πολλά και διάφορα (λιγότερο ή περισσότερο φαιδρά) ακούγονται εσχάτως στην τρισένδοξη επικράτεια, σχετικά με την πολυθρύλητη και πολυαναμενόμενη (;) αναδιανομή του εγχώριου (;) πλούτου. Πώς θα αντιμετώπιζε το θέμα ένας εικονογράφος-γελοιογράφος; Η ακόλουθη ιστορία, δια χειρός του Γάλλου “Tronchet” (κατά κόσμον, Didier Vasseur):

Ως υστερόγραφο, ένα σκίτσο του Στάθη Σταυρόπουλου (με δική μου υποσημείωση) από την καθημερινή του στήλη “Ναυτίλος” στην “Ελευθεροτυπία” (δημοσιεύθηκε την Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009):

«[...] έλεγεν αυτοίς, ο έχων δύο χιτώνας μεταδότω τω μη έχοντι και ο έχων βρώματα ομοίως ποιείτω [...]»

(κατά Λουκάν, γ’ 11)

«Η σάτιρα είναι ένα είδος καθρέφτη, στον οποίον όσοι κοιτάζονται βλέπουν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκτός από το δικό τους [...] ο θυμός και η οργή, αν και δυναμώνουν τα νεύρα του σώματος, εν τούτοις χαλαρώνουν τα νεύρα του εγκεφάλου και καθιστούν τις προσπάθειες άτονες και αδύναμες [...] Η ευφυΐα χωρίς γνώση είναι ένα είδος κρέμας, η οποία μέσα σε μια νύχτα ανεβαίνει στην κορυφή κι ένα επιδέξιο χέρι μπορεί να τη μετατρέψει σε αφρό [...] ο Πόλεμος είναι τέκνο της Υπερηφάνειας και η Υπερηφάνεια είναι θυγατέρα του Πλούτου [...] η Υπερηφάνεια συνδέεται στενά με την Επαιτεία και την Ένδεια, εκ μητρός ή εκ πατρός [...] σπανίως συμβαίνει στους ανθρώπους να συγκρούονται όταν δε στερούνται αγαθών [...] Οι αρχαιότεροι και φυσικότεροι λόγοι φιλονικίας είναι η λαγνεία και η φιλαργυρία, οι οποίες, αν και τους επιτρέπουμε να υπάρχουν παράλληλα με την υπερηφάνεια, προκύπτουν και ως αποτέλεσμα πενίας [...] το μελάνι είναι το σπουδαιότερο όπλο στις μάχες των σοφών και μεταφέρεται μέσω μηχανισμών που ονομάζονται φτερά χήνας. Αναρίθμητα από αυτά, οι ανδρείοι της κάθε πλευράς τα εκτοξεύουν με δεξιοτεχνία και βιαιότητα εναντίον των εχθρών, με αποτέλεσμα η κατάσταση να μοιάζει με συμπλοκή ακανθόχοιρων. Αυτό το κακόηθες υγρό δημιουργείται από δύο συστατικά, τα οποία αναμιγνύονται: τη χολή και το βιτριόλι˙ έτσι, λόγω της πικρότητας και του δηλητηρίου του, το μελάνι ταιριάζει στο πνεύμα των μαχητών και το διεγείρει ταυτοχρόνως […] τα τρόπαια είναι γνωστά ανά τον κόσμο με διάφορες ονομασίες: έριδες, λογομαχίες, ανταπαντήσεις, σύντομοι στοχασμοί, απαντήσεις, αποκρίσεις, σχόλια, επικρίσεις, αντιρρήσεις, ανασκευές. Για λίγες ημέρες παραμένουν σε δημόσιους χώρους, τα ίδια ή οι αντιπρόσωποί τους, για να τα βλέπουν οι περαστικοί. Κατόπιν, τα σπουδαιότερα και μεγαλύτερα εξ αυτών, μεταφέρονται σε ειδικές αποθήκες οι οποίες αποκαλούνται βιβλιοθήκες, για να παραμείνουν σε καταλύματα προοριζόμενα γι’ αυτά και στο εξής να αποκαλούνται βιβλία αντιπαραθέσεως […] οι βιβλιοθήκες μοιάζουν με όλα τα άλλα νεκροταφεία, για τα οποία ορισμένοι φιλόσοφοι υποστηρίζουν πως ένα συγκεκριμένο πνεύμα, το οποίο αποκαλούν brutum hominis, ίπταται επάνω από το μνημείο έως ότου το σώμα φθαρεί και γίνει σκόνη ή σκουλήκι, με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί ή να διαλυθεί […]».

Από την πραγματεία “The battle between the ancient and modern books” (1704) του Jonathan Swift (1667-1745). Όπως σημειώνει ο συγγραφέας, το κείμενο αυτό είναι «Μια πλήρης και αληθής περιγραφή της μάχης η οποία εδόθη την προηγούμενη εβδομάδα, μεταξύ των αρχαίων και των σύγχρονων βιβλίων, στη Βιβλιοθήκη του Αγίου Ιακώβου…».

«[...] με γνωρίζετε τόσο καλά, όσο κι εγώ τον εαυτό μου: είμαι ένας απερίσκεπτος, αλλά συνεπής στην απερισκεψία του [...] εν πάση περιπτώσει, ξέρω τον κόσμο αρκετά, για να γνωρίζω πως οι πιο επιπόλαιες δικαιολογίες αυτοκτονίας είναι και οι πλέον σοβαρές [...] Οι άνθρωποι παίζουν με την αγάπη. Εγώ δεν δέχομαι την αγάπη σαν ισχυρό πάθος. Ο φόβος είναι πραγματικά ακραίο πάθος, και αυτόν πρέπει να γευτούμε αν θέλουμε να δοκιμάσουμε τις πιο έντονες απολαύσεις της ζωής [...]».

Από το διήγημα “The Suicide Club” (Α’ μέρος από το έργο “New Arabian Nights“, 1882) του Robert Louis Stevenson (1850-1894)

«[...] δεν είχα σκεφτεί ποτέ τον θάνατο, επειδή δε μου είχε δοθεί η ευκαιρία˙ πλέον, όμως, η ευκαιρία υπήρχε και δεν είχα παρά να τον σκέφτομαι [...] έπαιρνα τα πάντα στα σοβαρά, λες και θα ήμουν αθάνατος [...] Η ζωή μου βρισκόταν μπροστά μου, τελειωμένη και κλειστή, σαν μια τσάντα˙ κι όμως, ό,τι υπήρχε εκεί μέσα ήταν ατέλειωτο. Για μια στιγμή προσπάθησα να την εκτιμήσω και θέλησα να πω στον εαυτό μου πως είναι μια ωραία ζωή. Αλλά δεν μπορούσα να την εκτιμήσω, διότι ήταν ένα προσχέδιο. Είχα περάσει τον καιρό μου χαράζοντας πορείες για την αιωνιότητα, δεν είχα καταλάβει τίποτα. Δε λυπόμουν για τίποτα: υπήρχαν πολλά πράγματα τα οποία θα μπορούσα να αναπολήσω, αλλά ο θάνατος τα είχε μετατρέψει όλα σε απογοήτευση [...] μερικές ώρες ή μερικά χρόνια αναμονής είναι το ίδιο, όταν κάποιος χάσει την ψευδαίσθηση πως είναι αιώνιος [...] το έχω πει πάρα πολλές φορές: δεν μπορείς να κάνεις τους άλλους ευτυχισμένους με το ζόρι [...]».

Από τη συλλογή διηγημάτων “Le mur” («Ο τοίχος», 1939), του Jean-Paul Sartre