Εν έτει 1976, ο (27 ετών και άρτι αποφοιτήσας από την Αρχιτεκτονική Σχολή της Ρώμης) Luigi Serafini αποφάσισε πως ήθελε να ανακαλύψει τη σχέση ανάμεσα στα αντικείμενα και τα παγκόσμια γεγονότα, ωσάν τα πάντα να λάβαιναν χώρα στους κόμπους ενός γιγαντιαίου διχτυού. Πήρε μερικά χρωματιστά εξαγωνικά μολύβια και άρχισε να ζωγραφίζει, κυρίως φυτά και λουλούδια: ένα κουνουπίδι που μοιάζει με σύννεφο, μια κλαίουσα μαργαρίτα, ένα μαρούλι-ψαλίδι, μια φασολιά σαν περιδέραιο… Την επομένη, κάποιος γνωστός του είδε εκείνες τις δημιουργίες και τον ρώτησε περί τίνος επρόκειτο. «Τίποτα, δεν ξέρω, ίσως η αρχή μιας εγκυκλοπαίδειας…», απάντησε χωρίς να το πολυσκεφθεί. Έτσι, ξεκίνησε μια ιστορία η οποία τροφοδότησε κείμενα συγγραφέων όπως ο Jorge Luis Borges και ο Italo Calvino, γλωσσολόγων, ουφολόγων, κλπ.
Ο καρπός της αχαλίνωτης φαντασίας του Serafini βαφτίστηκε (από τον ίδιο τον δημιουργό του) “Codex Seraphinianus” και περιλαμβάνει 500 και πλέον πίνακες εμπνευσμένους από τον ζωικό και φυτικό κόσμο, μέσα στους οποίους ξεχωρίζουν φανταστικές μορφές, ουράνια τόξα, κρανία, σκυλιά, άλογα, παράξενα μηχανήματα (π.χ. οχήματα με κολοκύθες αντί για ρόδες, κυλιόμενοι διάδρομοι επάνω στους οποίους ρέει νερό, κλπ.), στερούμενα εμφανούς χρησιμότητας, ένας τρελαμένος Ναπολέων δίπλα σε δεκάδες μολυβένια στρατιωτάκια, η εκπληκτική μεταμόρφωση ενός ζευγαριού (εν ώρα ερωτικής πράξης) σε κροκόδειλο… Όλα αυτά, σε περίπου 360 σελίδες, συνοδεία μιας τεχνητής, ακατάληπτης και διόλου συμβατικής διαλέκτου, για την οποία ο δημιουργός δήλωσε: «πιστεύω πως διαθέτει αισθητικά στοιχεία του αραβικού αλφαβήτου, της σφηνοειδούς γραφής, καθώς και κάποιων νεκρών γλωσσών…». Δεκάδες γλωσσολόγοι προσπάθησαν να αποκωδικοποιήσουν την εν λόγω διάλεκτο, αλλά χωρίς επιτυχία. Κάποιοι το συγκρίνουν με το «χειρόγραφο Voynich» και, άλλοι, το συνδέουν με το διήγημα “Tlön, Uqbar, Orbis Tertius” του Jorge Luis Borges.
«Από την αρχή με διακατείχε η εμμονή να δημοσιεύσω αυτήν τη δουλειά. Έτσι, μόλις κατάφερα να ολοκληρώσω τις πρώτες 50 σελίδες, άρχισα να τις δείχνω. Και, κυριολεκτικά, έφαγα τα μούτρα μου στην Ιταλία. Μπορεί κανείς να φανταστεί τις αντιδράσεις των εκδοτών˙ Feltrinelli, Einaudi, Mondadori, De Agostini… Όλοι μου έκλειναν την πόρτα κατάμουτρα. Ακόμη και ο εκδοτικός οίκος Rizzoli, ο οποίος προχώρησε στην επανέκδοση του βιβλίου (25 χρόνια μετά), μου είχε δώσει να καταλάβω πως μια τέτοια δουλειά δε θα μπορούσε να εκδοθεί ποτέ…», έχει δηλώσει ο δημιουργός. Ο Serafini βρισκόταν στα πρόθυρα της παραίτησης, μέχρι που χτύπησε την πόρτα του λόγιου αριστοκράτη, εκδότη και συλλέκτη, Franco Maria Ricci. Το 1981, ο Ricci αποτόλμησε την κυκλοφορία 30.000 αντιτύπων (έκαστο αποτελούμενο από δύο μεγάλους μαύρους πανόδετους τόμους) του “Codex Seraphinianus”. Στην προμετωπίδα των τόμων εκείνης της πρώτης έκδοσης, υπήρχε η φράση: «Άλλοι εκδότες επιδεικνύουν στον κατάλογό τους το έργο “Codex Atlanticus”» του Leonardo da Vinci˙ εγώ είμαι πολύ περήφανος που έχω στη συλλογή μου τον “Codex Seraphinianus”, σχεδιασμένο στη Ρώμη από έναν καλλιγράφο των ημερών μας…». Το έργο του Serafini κυκλοφόρησε και κάθε αντίτυπο πωλήθηκε προς 160.000 λίρες Ιταλίας – ποσό το οποίο αντιστοιχούσε στον μισό μισθό ενός δημοσίου υπαλλήλου. Σε λίγους μήνες, η πρώτη έκδοση είχε εξαντληθεί. Πλέον, είναι ένα από τα ακριβότερα βιβλία˙ στις διαδικτυακές δημοπρασίες, η τιμή του (δηλαδή, της πρώτης έκδοσης) έχει ξεπεράσει τις 20.000 δολάρια Η.Π.Α.
Σύμφωνα με τον Ιταλό συγγραφέα Italo Calvino, θαυμαστή του έργου του Serafini, «οι έννοιες και τα αντικείμενα του σύμπαντος που επικαλείται αυτή η γλώσσα, όπως ακριβώς αυτά παρουσιάζονται εικονογραφημένα στις σελίδες της εγκυκλοπαίδειάς του, είναι σχεδόν πάντα αναγνωρίσιμα. Κι όμως, είναι η μεταξύ τους σύνδεση που μας φαίνεται χωρίς δομή και με απροσδόκητες αφηγήσεις…». Από την πλευρά του, ο Serafini εξηγεί: «Για να δούμε τις συνδέσεις και για να αποκωδικοποιήσουμε τη γλώσσα, δεν εξυπηρετεί σε τίποτα το να γνωρίζουμε ανάγνωση. Το μόνο που χρειάζεται είναι να είμαστε παιδιά, να ξαναγίνουμε παιδιά. Αν υπήρχε ένας Codex όταν ήμουν 5 ετών, θα ήμουν ευτυχής. Γι’ αυτό, έπρεπε κάποιος να τον επινοήσει…».









